Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

"υονόρΧ υοτ ςολέΤ οτ ιρχέΜ"

σηκωθηκα πρωι πρωι απο το κρεβατι μου, οπως συνηθιζω εδω κ μερες, ή μαλλον χρονια. δε ξερω γιατι μου συμβαινει να ξυπναω παντα χαραματα, αλλά δε νομιζω να με πειραζει. ισως ειναι μια ασχημη συνηθεια, ισως ομως κ οχι.
το καθημερινο μου δρομολογιο ιδιο, χωρις καμία αλλαγη.

μονος, κατευθυνθηκα στο αγαπημενο μου σημειο. αναψα το τελευταιο μου τσιγαρο, κ εκει, αρχισα να ζω αναμεσα στις ζωγραφιες μου, αναμεσα στις σκεψεις μου. μου αρεσε αυτο, ενιωθα μακρυα απο προβληματα, ενιωθα ελευθερος. ηταν βεβαια κ θεμα συνηθειας, αλλά πολλα στη ζωη μας ετσι καταληγουν, σα συνηθεια. απλά, σε εμενα, αυτη η συνηθεια ηταν πολυ ομορφη.
αρχισα να βλεπω τα αγαπημενα μου χρωματα, να ακουω τις αγαπημενες μου μουσικες, να ακουω το γελιο των παιδιων μου καθως επαιζαν στην αυλη. εβλεπα τη γυναικα μου να παιζει με τα παιδια μας! σε λιγο θα ημουν κ εγω μαζι τους! θα παιζαμε ολοι μαζι, σαν ευτυχισμενη οικογενεια!

ολα κυλουσαν ομορφα! ή μαλλον, σχεδον ολα. αν δεν ηταν αυτος ο θορυβος στο κεφαλι μου, που σπανια σταματουσε εστω κ για λιγο, τα πραγματα θα ηταν ομορφοτερα. δε παραπονιεμαι ομως. ο καλος Θεουλης, ειναι γενναιοδωρος μαζι μου. εχω οτι μπορει να ποθησει ενας ανθρωπος! ειμαι ευγνωμων για αυτο! οσο για το θορυβο στο κεφαλι μου, μπροστα στην ευτυχια που ζω, δεν ειναι παρα ενα πταισμα.

δεν ειχα αναψει καλα καλα το τσιγαρο μου, οταν μπροστα μου εφανιστηκε μια κοπελλα. θα ηταν εικοσι χρονων περιπου. με μαυρο, ισιο μακρυ  μαλλι. πολυ ομορφη κοπελλα πραγματι. δε μου εκανε εντυπωση η ομορφια της, οσο οτι μου χαμογελασε κ με χαιρετησε! κατι μου ειπε, αλλά δε μπορεσα να καταλαβω. κ οπως γρηγορα εμφανιστηκε μπροστα μου, τοσο γρηγορα εξαφανιστηκε!
απο την εικονα της, μου εμεινε (περα απο το χαιρετισμο) το βλεμμα της. ειχε κατι το θλιμμενο. το ειχε στα μάτια της. το προσεξα αυτο, το προσεξα σιγουρα. πως μπορει μια τοσο νεα κ ομορφη κοπελλα να εχει θλιψη στο βλεμμα της? τι μπορει να τη βασανιζει?

αρχισα να ζωγραφιζω. παντα ζωγραφιζα προσωπα, κ μαλιστα γυναικεια. σε καθε μου ζωγραφια, φυσουσα απαλα πανω της, κ εκεινη επαιρνε ζωη! αλλοτε χορευε στον αερα πριν χαθει μακρυα, αλλοτε περπατουσε ξυπολυτη πριν χαθει απο τα μάτια μου, αλλοτε γελουσε, ή εκλαιγε. παντα ομως, το τελος της ζωγραφιας μου ηταν μια κοπελλα! μια κοπελλα που χανοταν! ειτε στα συννεφα, ειτε στο τελος του δρομου, ειτε μεσα στη θαλασσα...

μου αρεσε που ζωντανευα τη καθε μου ζωγραφια, ηξερα, οτι μετα απο λιγο θα χαθει. μου αρκουσε παντως, που εστω κ για λιγο με την ανασα μου, της εδινα ζωη!
με το πινελο στο χερι, με τα χερια γεματα χρωματα, ετοιμαζα τωρα μια νεα ζωγραφια. κ, ενω παντα ελεγα να ζωγραφισω κατι νεο, στο τελος το αποτελεσμα ηταν το ιδιο!

πριν προλαβω ομως να σχηματισω το προσωπο που ηθελα, πριν φτασω το τσιγαρο στη μεση του, εμφανιστηκε παλι μια κοπελλα μπροστα μου!
εμοιαζε πολυ με τη κοπελλα που εμφανιστηκε λιγο πριν, μονο που τωρα εδειχνε τριαντα περιπου χρονων. αδερφη της θα ειναι, σκεφτηκα. εμοιαζαν πολυ! η μονη τους διαφορά ηταν στη θλιψη του βλεμματος! αυτη τωρα, ειχε περισσοτερη θλιψη, δε χαμογελουσε καθολου! τα μάτια της ηταν υγρα, ηταν ετοιμη να βαλει τα κλαμματα! την ακουσα κατι να μου λεει, αλλά οσο κ να προσπαθησα, δε καταλαβα τι μου ειπε. την ειδα να φευγει. σιγα σιγα, να φευγει! προσπαθησα να της μιλησω, αλλά δεν ειχα φωνη! προσπαθησα να τρεξω κοντα της, αλλά τα ποδια μου εμειναν ακινητα!

τωρα ημουν ακομα πιο προβληματισμενος! τι ηθελαν αυτες οι δύο (μαλλον αδερφες) απο εμενα? τι ηθελαν απο τη ζωη μου? τι μπορει να ειχε συμβει στη δικη τους ζωη που να εχει σχεση με εμενα?
επιασα παλι το πινελο. εσκισα τη προηγουμενη ζωγραφια, τη πεταξα στο τζακι. δεν ηθελα να τη τελιωσω. φοβηθηκα, χωρις να ξερω το λογο.

αρχισα τωρα να ζωγραφιζω κατι ασχετο, οχι καμια κοπελλα. ηθελα να καθαρισει το μυαλο μου, να σταματησει να κτυπαει τοσο εντονα η καρδια μου! ημουν κουρασμενος, ηθελα απλά να ηρεμισω!
με το τσιγαρο στο στομα, με το καπνο στα πνευμονια μου, εδωσα εντολη στο χερι μου για κατι νεο! κατι εντελως διαφορετικο! εβαλα άλλα χρωματα, πιο εντονα. κοκκινα, γαλαζια, κιτρινα. αφησα το μαυρο χρωμα στην ακρη. ηθελα να δημιουργησω κατι αλλο. το προσπαθησα, ομως παλι ζωγραφιζα με μαυρο χρωμα! παλι ζωγραφιζα γυναικεια μορφη! αμεσως πεταξα κ αυτη τη ζωγραφια στο αναμμενο τζακι. αρχισε να καιγεται, να βγαζει φλογες! δεν ηθελα να δω τις φλογες! μου ηταν δυσκολο! εστρεψα αμεσως το κεφαλι μου αλλου.
τραβηξα τη τελευταια τζουρα απο το τσιγαρο μου. ενιωσα τα χειλη μου να καιγονται.

κ τοτε, ειδα παλι μια γυναικα! ομορφη, σα τις προηγουμενες κ αυτη! μονο που ηταν περιπου σαραντα χρονων! τα μαλλια της ηταν γκριζα, αλλά τα ματια της ελαμπαν! χαμογελουσε! χαμογελουσε σε εμενα! με το χερι της, επιασε το δικο μου! ηταν ζεστή, πολυ ζεστή! μου μιλησε, μου μιλησε κ την ακουσα!

"καλε μου Κ, αγαπη μου, τωρα θα ειμαστε μαζι! μεχρι το τελος του χρονου θα ειμαστε μαζι" μου ειπε!

την αγκαλιασα! αρχισα να τη φιλω στο προσωπο! φυλουσα τα δακρυα της. φυλουσε τα δακρυα μου! καθισαμε αγκαλιασμενοι πολυ ωρα. χανομασταν ο ενας στα μάτια του αλλου. μετα, ανεβηκαμε σιγα σιγα προς τα αστερια...

ο Ν, πηγε στο γραφειο του χαραματα. ενας τυπος κοντα εξηντα χρονων ειναι, με ασπρα μαλλια, κ παιδικο προσωπο. δεν εχει ουτε μία ρυτιδα, πραγμα παραξενο για την ηλικια του, αλλά κ για το επαγγελμα του. πραγμα παραξενο ομως, γιατι ο Ν ειναι ενας ευαισθητος ανθρωπος. ειναι απο τα ατομα, που ξεπερνουν τη σχεση γιατρου-ασθενη, που συνηθως (ασχημο αυτο) τα βιωματα των ασθενων του, τα εχει κατα καποιο τροπο μεσα του. αυτο ομως, δε τον εμποδιζε να ειναι εξαιρετικος γιατρος. μολις μπηκε στο γραφειο του, ακουσε το θορυβο απο το Φαξ. του ειχε ερθει μηνυμα. εκατσε στη καρεκλα του, εβαλε τα γυαλια του κ το διαβασε. αμεσως χλωμιασε. το διαβασε παλι. το μηνυμα ηταν ιδιο βεβαια. εγειρε τη πλατη του στη καρεκλα.

"ωστε αυτο ηταν? ωστε χαθηκε κ η τελευταια μου ελπιδα?" αναρρωτηθηκε. 

σηκωθηκε βιαστικα, κατευθυνθηκε στο δωματιο 30071969. βασικα, το δωματιο ειχε τον αριθμο 7, αλλά ο ασθενης που ηταν μεσα, προσθεσε με μαρκαδορο τους υπολοιπους αριθμους. ηταν η μονη πραξη, η μονη κινηση που ειχε κανει αυτος ο ασθενης τα εικοσι χρονια που βρισκοταν εκει! καμία αλλη! περνουσε ολη του τη μερα, ορθιος μπροστα σε ενα τοιχο. καθοταν σαν αγαλμα, δεν εκανε ουτε μία γκριματσα! ηταν ο μονος ασθενης που δεν ειχε καταφερει ο Ν να γιατρεψει! να τον κανει λιγο καλυτερα! εστω κ λιγο! κ τωρα, επρεπε να παει να του πει το ασχημο νεο! δεν ηξερε πως να του το πει, ηθελε ομως, εστω κ τωρα, να δει μια μικρη αντιδραση. ειχε δοκιμασει ολες τις μεθοδους, αλλά καμία δεν ειχε φερει αποτελεσμα.
επρεπε ομως να του πει τι εγινε! οσο δυσκολο κ να ηταν αυτο! επρεπε να τον ενημερωσει, πως η αγαπημενη του Μ, μολις ειχε πεθανει! η Μ, ηταν η γυναικα του Κ. αυτη που ξεκινησαν μαζι να φτιαξουν τη ζωη τους! αυτη με την οποία ο Κ, εκανε τοσα ονειρα! αυτη, που ενω ο Κ, για καποιο λογο εχασε το μυαλο του, ερχοταν καθε μερα κ τον εβλεπε! καθε μερα του μιλουσε, χωρις ο Κ να της δινει καμία σημασια! αυτη, που δε συνεχισε τη ζωη της, που οχι μονο του σταθηκε, αλλά που ζουσε κ αυτη το δικο της μαρτυριο. κ που τωρα, ειχε πεθανει, ειχε αφησει το Κ μονο του! μονο του σε αυτην εδω τη ψυχιατρικη κλινικη.  μονο του, να κοιταει ολη μερα το τοιχο!
ανοιξε βιαστικα τη πορτα του δωματιου. μπηκε γρηγορα μεσα κ ...κοντοσταθηκε! χλωμιασε, δεν ειπε κουβεντα! τα ματια του κοιτουσαν ψηλα. αρχισε να κλαιει! αρχισε να κλαιει σα μικρο παιδι! μεσα στο δωματιο, το σωμα του Κ, αιωρουταν απο το ταβανι...

ο Ν, εκανε μια ευχη. ευχηθηκε, αναμεσα στα αστερια να ειναι η μορφη του Κ κ της Μ. να ειναι οι μορφες τους παντα αγκαλιασμενες. να χαμογελανε, να χορευουν, σα να μην υπαρχει τελος στη ζωη...


(...αν καποιοι πιστευουν πως οι ευχες δε πραγματοποιουνται, δε πιστευουν στη καρδια τους...)




Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

"ήμμαρΓ αίεθυΕ νητ νιρΠ ογίΛ"

μια γραμμη
εισαι στη καρδια μου
τη χωριζεις στα δύο
τη κανεις ξενη, παγωμενη
αμυδρος ο κτυπος της
μα ζωντανη.
σε εβγαλα
με ματωμενα δακτυλα
σε πεταξα
σε πεινασμενα σκυλια
καινουρια ρουχα
θα αγορασω
να τη ντυσω
πιο ζεστα
να μη κρυωνει
μα αν η καρδια μου
ειναι παλι ξενη
αν χωρις ηχο σβηνει 
θα ικετευσω τα σκυλια
να μου τη δωσουν πισω
αυτη η γραμμη εισαι εσυ
χωρις αυτη τη γραμμη
η καρδια μου δε χτυπα...

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

"ησωρύατΣ"

προχωρουσα αναμεσα στο πληθος. σιγα σιγα, μα προχωρουσα. ο κοσμος με επευφημουσε. ολοι φωναζαν το ονομα μου. ημουν ο κεντρικος ηρωας, ο πρωταγωνιστης στη παρασταση που διαλεξα.
προχωρουσα για να παιξω τη τελευταια σκηνη της κωμωδιας. ολοι αυτο περιμεναν! το μεγαλο φιναλε! κ εγω, επρεπε να τους δικαιωσω! επρεπε να φανω ανταξιος των προσδοκιων τους! ημουν ο πρωταγωνιστης αλλωστε.

σε λιγο θα ανεβαινα στη σκηνη, κ το αγχος μου (παροτι ηξερα το αποτελεσμα) ηταν μεγαλο. η ενταση του κοσμου, γινοταν αφορητη πιεση για εμενα. προσπαθουσα να μην ακουω τις φωνες τους. να μη βλεπω οσους προσπαθουσαν να περασουν απο τους αστυνομους για να με αγγιξουν, για να με φιλησουν.

αναμεσα στο πληθος, διεκρινα ενα τυπο. κοντα σαραντα χρονων θα ηταν. ειχε πολυ κοντο μαλλι, κ μουσι. μου εκανε αμεσως εντυπωση. οχι τοσο για την εμφανιση του, απλά ηξερα (πιστευα) οτι αυτος δεν επρεπε να ειναι εδω. μια παραφωνια μεσα στο περιβαλλον ηταν. για καποιο λογο που δε μπορουσα να εξηγησω ομως, ηταν εδω! μαζι με το πληθος! μονο που στα μάτια του δεν εβλεπα αγαπη, μονο που στη φωνη του, δεν ακουγα τα λογια που ελεγαν οι αλλοι. με κοιτουσε, αλλά η ματιά του, μου ελεγε πολλα. παρα πολλα! κ ομως, ηταν εδω! μαζι με το πληθος! καποιο λαθος πρεπει να ειχα κανει για να ειναι αυτος ο αγνωστος εδω. καποιο λαθος.

τον παρακολουθουσα καθως σε λιγο θα ανεβαινα στη σκηνη. προχωρουσε απο αποσταση μαζι με εμενα. εγω, που κ που, σταματουσα για λιγο απο τη συγκινηση που εβλεπα το κοσμο να φωναζει το ονομα μου, οχι για πολυ, αφου ολοι με προετρεπαν να συνεχισω! αυτο μου εδινε δυναμη, ασχετα αν δε με χαροποιουσε καθολου. αλλά δε μπορουσα να μη κανω εστω αυτες τις ελαχιστες στασεις. περα απο τη συγκινηση που ο κοσμος με λατρευε, κ ηθελε να με αγγιξει, ειχα να αντιμετωπισω ενα πονο στο δεξι μου ωμο. αυτα τα ελαχιστα δεπτερολεπτα ξεκουρασης, τα ειχα μεγαλη αναγκη. ειδικα τωρα.

η μεγαλη ωρα εφτασε! επιτελους, ημουν πανω στη σκηνη!

το πληθος φωναζε! ο οχλος, εκστασιασμενος φωναζε! τους εβλεπα απο ψηλα, εβλεπα την αγαπη στα μάτια τους, τη καλοσυνη τους! πως μπορει ο ανθρωπος να ειναι τοσο καλος? ποσο ευκολο ειναι? ποιο λαθος εχω κανει κ δε το καταλαβα?
αναμεσα στο πληθος, διεκρινα παλι το αυτο το τυπο! παλι σιωπηλος με κοιτουσε, με αυτο το παραξενο βλεμμα! γιατι ειναι αυτος εδω? τι θελει απο εμενα? σκεφτομουν.
προσπαθησα να μη τον κοιτω, να μη με αγχωνει η παρουσια του. ασυναισθητα, προσεξα αναμεσα στο πληθος, τους λιγοστους φιλους που ειχα. χαρηκα! χαρηκα πολυ! η παρουσια τους μου εδωσε κουραγιο! αισθανθηκα οικεία βλεπωντας τους απο κατω. αισθανθηκα βεβαια κ μια θλιψη. εβλεπα στα μάτια τους, πως τους ειχα προδωσει κατα καποιο τροπο. αλλά τη συνειδηση μου την ειχα ησυχη.

ειναι παραξενο ποσο γρηγορα περνα ο χρονος. πολλες φορες, πιστευεις οτι τρεχει απιστευτα, ενω αλλες φορες νιωθεις σα να εχει σταματησει. αυτη την αισθηση ειχα απο τη τελευταια μου παρασταση. οτι ο χρονος, σταματημενος τρεχει...

δε θυμαμαι πολλα απο τη συναυλια. ελαχιστα πραγματα ερχονται στο μυαλό μου.
οπως, το πληθος να φωναζει! να βρισκεται σε εκσταση! εγω, πανω στη σκηνη, με τα χερια απλωμενα κ το κεφαλι ελαφρα κατεβασμενο να τους κοιτω. μονο μια φορα, λιγο πριν το τελος, σηκωσα το κεφαλι μου ψηλα, κ κατι ψιθυρισα.
θυμαμαι εντονα πως φωναζαν το ονομα μου! τα λουλουδια που μου πετουσαν! το κοκκινο ιδρωτα στο προσωπο μου, να κυλαει σε ολο μου το κορμι!
θυμαμαι επισης, εκεινο το τυπο, αμιλητος να με κοιτα. αυτος, που οταν ολοι μου πετουσαν λουλουδια, δεν εκανε τη παραμικρη κινηση! που καθοταν σαν αγαλμα! που η ματιά του, εφτανε μεχρι τα κοκκαλα μου!

μετα το τελος της παραστασης, το εξαντλημενο πληθος αρχισε να αποχωρει, ευχαριστημενο απο το θεαμα που τους εδωσα. πηγαιναν να συνεχισουν τη ζωη τους. τετοια διαλλειματα, σπανε τη ρουτινα της καθημερινοτητας, τους κανουν -εστω κ για λιγο- να νιωθουν ζωντανοι! να νιωθουν ανθρωποι! 
μονο οι λιγοστοι μου φιλοι εμειναν. ηταν εδω, μαζι μου, στο τελευταιο μου ταξιδι! αυτοι, κ ο αγνωστος τυπος, που ποτέ δεν εμαθα ποιος ηταν.


 


Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

"υοΜ ασέΜ αδίρασταΚ Η"

περπαταει αργα
στο αιμα μου,
τη νιωθω
στα κοκκαλα μου,
το δωρο του Θεου
στη γεννηση μου νιωθω.
απο τη μερα "ενα",
μεχρι τη μερα "τωρα".
να μου θυμιζει,
να μου θυμιζει
πως τα υγρα μάτια,
ειναι το δωρο Του.

ξεθωριασμενες φωτογραφιες
ο χρονος.
στις γραμμες των χεριων μου
υπαρχει.
στο κενο
της πρωτης λεξης
με τη τελευταια
υπαρχει.
διαρκει,
οσο κανει ενα βλεφαρο
να ανοιγοκλεισει.

με το μαχαιρι
στο σωμα μου
ζωγραφιζω ελπιδα.
μια κατσαριδα
εχω μεσα μου
παγιδευμενη.
μια κατσαριδα
εχω μεσα μου,
που ματαια ψαχνει την εξοδο...

παγιδευμενος στο σωμα μου,
ψαχνω να βρω την εξοδο... 

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

"!!μυουουουοζΒ"

περιστρεφομαι γυρω απο εμενα
τα μαλλια μου αλλαζουν
η ματιά μου αλλαζει

-γυριζω ολο κ πιο γρηγορα-
σκορπιζονται τα ρουχα μου

-γυριζω ολο κ πιο γρηγορα-
το δερμα μου ζεσταινει τους τοιχους

-γυριζω ολο κ πιο γρηγορα-
πεταω ψηλα κ χανομαι στα αστερια

τα κοκκαλα μου αφηνω
σχηματα να φτιαξουν στο χωμα.

αποψε η καρεκλα μου θα μεινει αδεια.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

"ιετφάτνοκΣ ιατεζάιΒ ςοιοπΟ"

ξαπλωσαμε αγκαλιασμενοι στο κρεβατι. ειχε προηγηθει ενας εντονος ερωτας, γεματος παθος.
(παντα σε αυτο το τομεα, ειμαι αψογος! κ να σκεφτειτε, πως ειμαι αυτοδιδακτος!)
λιγο πριν κοιμηθω, ακουσα βηματα στην εξωπορτα.
αμεσως φοβηθηκα. με επιασε πανικος! ηταν ο αντρας της!

σηκωθηκα γρηγορα τρομαγμενος. το τελευταιο πραγμα που θα ηθελα ποτέ να συμβει ηταν αυτο!
χωρις δευτερη σκεψη βγηκα στο μπαλκονι. ευτυχως, το διαμερισμα ηταν ισογειο, κ πηδηξα στο χορταρι. νομισα οτι σωθηκα, οτι τιποτα δε θα συνεβαινε.
πως διακριτικα, χωρις να γινω αντιληπτος, θα εφευγα.
αλλά βεβαια εκανα ...λαθος!
εκανα λαθος, διοτι απο εξω, ηταν ... τηλεοπτικα συνεργεια! μετεδιδαν ζωντανα καποιο γεγονος που προφανως ειχε συμβει, κ παραδοξως, δε τους ειχα αντιληφθει!

ολοι γυρισαν προς το μερος μου! ακομα κ οι καμερες! τι διαολο? συνενοημενοι ειναι? καθως με τυφλωνε το φως απο τους προβολεις, μπορουσα να διακρινω τους δημοσιογραφους να με κοιτανε παραξενα, χωρις να λενε τιποτα.
αν πω οτι ενιωσα αβολα, θα ειναι μεγαλη αληθεια!
αλλά η δεσποινις Ατυχια, μου ειχε κ συνεχεια!
πανω στη βιασυνη μου, πεταχτηκα εξω ...γυμνος! ολογυμνος! ισως για αυτο να με κοιτουσαν ολοι παραξενα!

το κακο ομως, δεν ειχε σταματησει εκει! διοτι εξω ...εβρεχε! εριχνε χιονονερο! πραγμα φυσικο αφου ηταν χειμωνας, αλλά αφυσικο να σκεφτω πανω στη φοβια μου μη με βρει ο αντρας της στο κρεβατι.
διπλωμενος απο το κρυο, ειχα βαλει τα χερια μου μπροστα, προσπαθωντας ετσι να γινω λιγοτερο ρεζιλι, κρατωντας μαλιστα νωχελικη σταση! ματαια ομως!
δεν ειχαν περασει μερικα δεπτερολεπτα, οταν ακουστηκε μια φωνη.
μια αντρικη φωνη ηταν, αν κ δεν εδειχνε κ τοσο ...ανδρισμο!

"να πας στο διαολο! σε βαρεθηκα! μη σε ξαναδω! θα βρω αλλον γκομενο"

ηταν το ζευγαρι του πανω οροφου. δυο ομοφυλοφιλοι αντρες, που συχνα πυκνα τσακωνονταν, κ που παντα μονο ο ενας φωναζε! ο αλλος δεν ελεγε τιποτα! βεβαια, στη περιπτωση μου, με ολο το κοσμο να με κοιτα, ηταν το λιγοτερο που μπορουσα να τους εξηγησω! ολοι πιστεψαν, οτι τα λογια του τυπου, ηταν για μενα!
ηθελα να τους εξηγησω οτι δε το ειπε για μενα, οτι δε ξερω καν το κυριο που μιλησε. ηθελα να τους πω, οτι ειμαι καθηγητης Θεολογιας, πραγμα το οποίο ειναι αληθεια. πως ειμαι πραγματι ηθικος ανθρωπος, πως δεν εχω καμια σχεση με τετοιου ειδους συμπεριφορες, πως ειχα σκοπο, στις ερχομενες εκλογες μαλιστα, να κατεβω υποψηφιος βουλευτης! (...οχι με το κομμα της Ηθικης, αν υπαρχει τετοιο κομμα. ειδικα τωρα!). παλι δε θα εσωζα τη κατασταση μου! η σιωπη ειναι χρυσος λενε, κ αυτο εκανα. δεν ειπα τιποτα!


φυσικα, ενιωσα ...αφυσικα! πραγματι, ειχα ντραπει! ειχα κοκκινησει ολοκληρος, αν κ αυτο μπορει να ηταν λογω κρυου! ποσώς με απασχολουσε ομως! ζουσα σε μία κατασταση απο το πουθενα, που ποτέ μου δε θα ηθελα να ζησω!
δειλα δειλα, εκανα ενα βημα πισω. δε ξερω το λογο, εξαλλου, τι καλυτερο μπορουσα να κανω? αυθορμητη αντιδραση ηταν! οσο κ αν ημουν ...ολογυμνος μεσα στο κρυο, με το χιονονερο να με χτυπα με μανια στο κορμι μου, οσο κ αν ημουν σε ζωντανη μεταδοση! ψιλοπραγματα δηλαδη! αυτο θα μπορουσε να συμβει στο καθενα!

καθως εκανα το βημα προς τα πισω, με ολο το κοσμο να με κοιτα παραξενα, εβγαλα μια κραυγη!
δυστυχως, δε προσεξα πισω μου ...το κακτο! τα αγκαθια του με τρυπησαν στο σωμα!
ρε γαμωτο, ποσο χειροτερα θα μπορουσαν να πανε τα πραγματα?
γυρισα να ανοιξω την εξωπορτα, να μπω μεσα, να αποφυγω τις καμερες προτιστως, κ λιγοτερο το χιονονερο.
ομως η εξωπορτα ηταν κλειδωμενη! φυσικο κ επομενο! σχεδον σε ολες τις πολυκατοικιες, κλειδωνουν την εξωπορτα μετα τις εννια το βραδυ!
εγω ομως ημουν εκει, μπροστα στη πορτα, με γυρισμενη τη πλατη στο κοσμο, κ με αγκαθια στο κωλο!
οχι κ το καλυτερο θεαμα, κ σιγουρα, οχι μια κατασταση που θα επιθυμουσα ποτέ να βρεθω! ομως, ημουν εκει! εγω!

γυρισα μηχανικα προς το μερος του κοσμου. δε ξερω για ποιο λογο, αλλά σηκωσα το ενα μου χερι ψηλα, ισως για να αποφυγω τους προβολεις. το αλλο μου χερι δε το κουνησα απο το σημειο που το ειχα, για λογους ...ηθικης! (τρομαρα μου!).
φανηκε σα να τους χαιρετω, αλλά αυτοι αταραχοι, συνεχισαν να με κοιτουν. δε ξερω, ισως να μην ειχαν συνελθει απο την εκπληξη του γυμνου αντρα, που εμφανιστηκε ξαφνικα μπροστα τους μεσα στο κρυο, απο το πουθενα! ή ισως, κ απο τη φραση που ειπε ο τυπος του πανω οροφου. μαλλον, κ τα δύο τους ειχαν παραξενεψει.

εκανα δυο βηματα στο πλάι, κ ...οποία εκπληξις! πατησα σκατα σκυλου! βεβαια, ως κ αυτο επαθα! (κ μην ακουσω κανεναν να πει πως ειναι γουρι κ πως θα παρω λεφτα, γιατι θα του σπασω τα μουτρα!).
ολα τα ασχημα μαζεμενα ηρθαν!
οπως κ να ειναι, ηθελα να ανοιξει η δεσποινις Γη να με καταπιει! αλλά κ αυτη δε μου εκανε τη χαρη!
με αφησε να ειμαι σε ζωντανη μεταδοση! ποσο χειροτερα θα μπορουσαν να πανε τα πραγματα? καθολου! πηγαν οσο χειροτερα μπορουσαν!

με μια μικρη λεπτομερεια βεβαια.
ποια ειναι αυτη? σε ολα αυτα, δε θα μπορουσε να λειπει η ...δεσποινις Ειρωνια! βεβαια! κ αυτη εδω, μαζι μου! ποιος ο λογος να μην ειναι αλλωστε?

γιατι το λεω αυτο?
διοτι η γυναικα που ηταν μαζι μου, δεν ηταν απλά μια παντρεμενη που πηγα να γαμησω, αλλά ημουν κ εγω παντρεμενος!

σιγα το πραγμα, θα πειτε, δε διαφωνω. αλλά η δεσποινις Ειρωνια ειναι, οτι αυτη η γυναικα, ειναι παντρεμενη με ...εμενα!! ειναι η γυναικα μου!!

για καποιο ανεξηγητο λογο (για να μη πω οτι φταιει η δεσποινις Ατυχια μου), τα βηματα που ακουσα δεν ειχαν καμια σημασια. καποιος που πηγαινε προφανως στο διαμερισμα του ηταν. αν δεν με ειχε πιασει πανικος, αν ειχα εστω κ λιγα δεπτερολεπτα να σκεφτω, τα πραγματα θα ηταν αλλιως.
αλλά ...τετοια ωρα, τετοια λογια!

χαιρετησα διακριτικα το κοσμο κουνωντας ελαφρα προς τα κατω το κεφαλι μου σαν ...Ηγγλεζος Αριστοκρατης.
με ανεμελο βηματισμο, ανεβηκα στο μπαλκονι.  μπηκα σπιτι μου σα να μην ειχε συμβει τιποτα!
σκεφτηκα οτι θα ηταν καλυτερα να ειχα κρυφτει στη ντουλαπα. όλο κ καποια καλη δικαιολογια θα εβρισκα να πω στη γυναικα μου, σιγουρα παντως, θα ηταν καλυτερα απο αυτο που περασα.

(ολα αυτα, σας παρακαλω να μεινουν μεταξυ μας. δε θελω να τα μαθει κανενας, κ ειδικοτερα η γυναικα μου! στο κατω κατω, δεν εγινε κ τιποτα σπουδαιο, σε ολους μπορει να συμβει...)


"ησητήζανΑ(νΑ) ήνιρεμηθαΚ"

με τα ακριβα μου κουρελια
στο δρομο τριγυρνω
αναμεσας ειμαι,
αορατα ορατος

ψαχνω
στις φωνες σας,
στο γελιο σας,
στο βαδισμα σας.

δανεικες στιγμες
να ζησω τη ζωη μου
ψαχνω.

να κρατησω τις ομορφες
να ραψω με αυτες
τα ακριβα μου κουρελια.
να πεταξω τις ασχημες στη φωτια,
να γινουν αερας, να χαθουν.

στο δρομο τριγυρνω
αναμεσα σας ειμαι,
αναμεσα σας...