Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

"ςεκγόρτνεληΤ"


Σεναριο για το τραγουδι «Τηλεντρογκες» του Γ. Αγγελακα από το δισκο «Η Γελαστη Ανηφορα»

ΣΚΗΝΗ 1η
00:00 – 00:56
Βλεπουμε μια μεγαλη αιθουσα ψυχιατρειου. Καποιοι τροφιμοι παιζουν ταβλι, αλλοι ξεφυλλιζουν περιοδικα, καποιοι αλλοι κοιτανε στο πουθενα. Ενας τροφιμος ανοιγει την τηλεοραση. Εχει παρασιτα. Ψαχνει τα καναλια. Βλεπει το προσωπο του Αγγελακα

ΣΚΗΝΗ 2η
00:57 – 01:25
πολυ κοντινο πλανο στον Αγγελακα καθως τραγουδαει. Οι τροφιμοι σταματανε ό,τι εκαναν κ γυριζουν προς τη τηλεοραση

ΣΚΗΝΗ 3η
01:25 – 01:39
Βλεπουμε τους τροφιμους να τραγουδανε

ΣΚΗΝΗ 4η
01:40 – 02:09
Καποιοι σηκωνονται κ αρχιζουν να χορευουν περιεργα. Ενας τροφιμος (κοντος κ αξυριστος) κουναει ολο το κορμι του όμως τα ποδια του είναι ακινητα. Σφυριζει κ φωναζει «ωπα».

ΣΚΗΝΗ 5η
02:10 – 02:24
Αρχιζει να σπρωχνει ο ενας τον αλλον. Στο βαθος βλεπουμε την τηλεοραση κ το προσωπο του Αγγελακα να τραγουδα

ΣΚΗΝΗ 6η
02:25 – 02:37
Ολοι χορευουν ηρεμα κ παραξενα

ΣΚΗΝΗ 7η
02:38 – 02:52
Αρχιζουν παλι να σπρωχνονται

ΣΚΗΝΗ 8η
02:52 – 03:10
Τραγουδανε κ χορευουν παραξενα ολοι μαζι. Ο κοντος τυπος σφυριζει κ βγαζει  τα επιφωνηματα που ακουγονται στο τραγουδι.

ΣΚΗΝΗ 9η
03:10- 03:22
Ο κοντος τυπος χορευει περιεργα παλι φωναζοντας «Γιαννης, Ολγα, Νικος». Οι υπολοιποι σπρωχνει ο ενας τον αλλον ξανα.

ΣΚΗΝΗ 10η
03:22 – 04:00
Ο κοντος τυπος όπως κουνιεται περιεργα με τα ποδια ακινητα φωναζει «Νικος, Γιωργος, Παυλος» ενώ σφυριζει κιολας. Οι υπολοιποι αναποδογυριζουν τραπεζια, κλωτσανε καρεκλες καθως  χορευουν.

ΣΚΗΝΗ 11η
04:00 – 04:27

Ενας νοσοκομος μπαινει στην αιθουσα. Κλεινει την τηλεοραση. Γυριζει προς την καμερα κ λεει τα λογια του τραγουδιου «αυτές ηταν κυριες κ κυριοι οι σημαντικοτερες ειδησεις της ημερας από το καλο μας καναλι. Από εμας καλη σας νυχτα κ καλο σας ξενερωμα». Οι τροφιμοι σηκωνουν τα τραπεζια κ τις καρεκλες, κ καθονται ηρεμα σα να μη συνεβει τπτ, κανοντας ό,τι εκαναν κ πριν.


Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

"ώλακαραΠ εΣ εΜ εσώΣ"

Προχωρησε γρηγορα προς το μερος της χωρις εκεινη να τον δει. Κλεινοντας το στομα της, την παρεσυρε σε ένα ερημο κτιριο. Ο ποθος του ηταν μεγαλος, τοσο που δε μπορουσε να αντισταθει. Τι κ αν αυτό που εκανε ηταν παρανομο? Τι κ αν το ειχε κανει κ άλλες φορες στο παρελθον? Ηξερε ότι καποια στιγμη θα τον επιαναν κ όλα θα τελειωναν. Για να σταματησει το παθος του ευχοταν κάθε φορα να τον πιασουν. Όπως τωρα, που η ανηλικη κοπελα τον παρακαλουσε κλαιγοντας. Εκεινος εδειχνε να συγκινειται για μια στιγμη. Την κοιταξε στα ματια ανεκφραστος. «σωσε με σε παρακαλω» της ειπε. Όμως σε λιγα λεπτα όλα τελειωσαν.  Αφησε τη κοπελα ακινητη με τα ματια ανοιχτα, ντυθηκε γρηγορα κ εφυγε κλαιγοντας.  

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

"ςολλΑ Ο ώγΕ"

Καθοταν κάθε μεσημερι στο παραθυρο. Συγκεκριμενη ωρα κάθε φορα. Παρακολουθουσε τον απεναντι καθως γυρνουσε από το γραφειο.  Ηταν ενας τυπος στην ηλικια του, μονο που αυτος ηταν επιτυχημενος. Ειχε καλη δουλεια, ακριβο αυτοκινητο κ φυσικα ομορφη γυναικα. Εμφανισιακα του εμοιαζε, όμως οι τυχες τους ηταν διαφορετικες. Συχνα αναρρωτιοταν γιατι ο άλλος να ζει καλα κ εκεινος όχι, γιατι η μοιρα διαλεξε τον αλλον κ όχι αυτόν. Ηθελε να ηταν ο άλλος! Ποσο πολύ ηθελε! Ετσι, μια ημερα τον περιμενε εξω από το σπιτι του. Στο χερι του κρατουσε ένα περιστροφο. μολις ηρθε ο άλλος, τον σημαδεψε στο κεφαλι. Πριν πατησει τη σκανδαλη, τον ακουσε να του λεει: «τι πας να κάνεις? Να σκοτωσεις τον εαυτο σου?»
Ηταν όμως πολύ αργά.

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

"ςυολέΤ ήπωιΣ"

Περιμενε σκυφτη αναμεσα στο πληθος. Σε λιγο θα εφερναν στο δικαστηριο το δολοφονο του μονακριβου γιου της, του αιματος της. Τοσο καιρο σχεδιαζε την εκδικηση της. Στο τσαντακι της ειχε κρυμενο ένα οπλο. 
Ηξερε ότι ο πονος της δεν θα περνουσε, ομως δε μπορουσε να ξεχασει το ειρωνικο χαμογελο του δολοφονου όταν τον επιασαν. Της στοιχειωνε τη ζωη, της στοιχειωνε το χαμο του γιου της.
Οι αστυνομοι εκαναν τον κοσμο στην ακρη. Σε λιγο θα περνουσε ο δολοφονος.
Η μανα κατορθωσε να βρεθει μπροστα του. Τον κοιταξε στα μάτια. Εκεινος παγωσε. Το χερι της ηταν μεσα στο τσαντακι. Μια ματιά της ηταν ολη της η εκδικηση. Εφυγε χωρις να του πει κουβεντα. 
Λιγο παρακατω, εστρεψε το οπλο στον εαυτο της.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

"υοΜ ήκιΔ άνιτοτναΠ"

Κοιτουσα τη φουστα της καθως ανεμιζε από τον αερα. Το ανεμελο βαδισμα της. Τα μακρυα μαυρα της μαλλια καλλυπταν το μικρο της στηθος. Τι ομορφα ηταν όταν τα εσπρωχνε προς τα πισω!Το χαμογελο της ηταν τοσο αθωο, μια αμαρτια για τα ματια των ανθρωπων. Πιο πολύ ομως κοιτουσα τα ποδια της. Το απαλο τους δερμα οδηγουσε στον Παραδεισο. Δε τολμησα ποτέ να της μιλησω, ή να την κοιταξω στα ματια. Φοβομουν ότι δε θα αντεχα ουτε να της χαμογελασω. Κάθε βραδυ όμως ηταν δικη μου. Μονο δικη μου! Καποια μερα εμαθα ότι βλεπει αλλον. Καταλαβα ότι δεν θα ειμαστε ποτέ μαζι. Την επομενη φορα που την ειδα, την πλησιασα. Δε της μιλησα καθολου. Από τοτε, θα ηταν παντοτινα δικη μου

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

"ιενχχάΨ εΜ ςοιοπάΚ"

Ενας χτυπος στη πορτα μου. Καποιος ειναι. καποιος θελει να μπει στη καλυβα μου, στο ησυχαστηριο μου, μα ποιος να ειναι? ειναι περασμενα μεσανυχτα, τριγυρω υπαρχουν μονο δεντρα, ποιος να χτυπαει τη πορτα μου?

να ανοιξω ή οχι? φοβαμαι, εχω ενα κακο προαισθημα. ισως αν δεν κανω θορυβο οποιος κ να ειναι να φυγει. κραταω την αναπνοη μου, στεκομαι ακινητος, αλλά ακουω παλι τον ιδιο κτυπο. αυτη τη φορα καπως πιο εντονος. οχι, δε θα πανικοβληθω. οποιος κ να ειναι εξω απο τη πορτα μου αυτο θα θελει: να πανικοβληθω!

μετραω αργα απο μεσα μου παιρνοντας βαθιες αναπνοες. αρχιζω να ιδρωνω, τα χερια μου σιγοτρεμουν. μα ποιος να κτυπαει τετοια ωρα τη πορτα μου? κανω μερικα βηματα προς το πλάι για να δω κατω απο τη χαραμαδα της πορτας. πραγματι, βλεπω μια μεγαλη σκια που κινειται αργα δεξια κ αριστερα. πριν προλαβω να το συνειδητοποιησω, η σκια βγαζει ενα περιεργο θορυβο. ηταν τετοιος ο θορυβος που θα ορκιζομουν οτι εξω απο τη πορτα μου ηταν ο ιδιος ο Σατανας. αν μπορεσω τουλαχιστον να κανω μερικα βηματα, ισα ισα να πιασω στα χερια μου το φτυαρι!

μα, οποιος κ να ειναι, τι θα μπορεσω να κανω αφου τρεμω ολοκληρος? ακουω παλι το ιδιο κτυπημα στη πορτα μου, πιο εντονο, λες κ αυτος που κτυπαει ξερει οτι ειμαι μεσα. βλεπω το πομολο να γυριζει. οποιος κ να ειναι, θελει να μπει μεσα, θελει να με σκοτωσει! κραταω σφιχτα το φτυαρι στα χερια μοy. εχω κατσει στο πατωμα κ κλαιω. βλεπω τη πορτα να σπαει, μια μεγαλη μαυρη μορφη να μπαινει μεσα. κοιταει δεξια κ αριστερα, κ μολις με βλεπει ερχεται καταπανω μου. δε μπορω ουτε να φωναξω! νιωθω να με πιανει δυνατα απο τα χερια κ ξαφνικα ...ανοιγω τα ματια μου.

"ελα μπαμπα, ξυπνα να παιξουμε, ειναι Κυριακη"
βλεπω το γιο μου να με κουναει καθως εχει ανεβει στο κρεβατι μου. τι ανακουφιση, ηταν ενας απλος εφιαλτης!
"μισο λεπτακι αγαπη μου" του λεω χαμογελαστος.

καθως τον κραταω αγκαλια κ τον κουναω, ολο το σπιτι αρχιζει να κουνιεται! τα επιπλα, η τηλεοραση, καποια καδρα πεφτουν απο τον τοιχο, κ ξαφνικα ...ανοιγω παλι τα μάτια μου!
βρισκομαι στα χερια του τερατος που με κραταει σφιχτα, ετοιμο να με διαμελισει. κλαιω, μη μπορωντας να φωναξω ουτε βοηθεια! στα χερια μου κραταω σφιχτα το φτυαρι.
"δε μπορει, ονειρο θα ειναι. εγω βρισκομαι στο κρεβατι κ παιζω με το γιο μου" λεω με τις λιγοστες δυναμεις που μου εχουν απομεινει.

ξαναανοιγω τα μάτια κ ...τωρα βρισκομαι παλι καθιστος στο πατωμα. στα χερια μου κραταω ενα φτυαρι. με τη θολή μου ματια βλεπω τη πορτα να γινεται κομματια, βλεπω μια μεγαλη μαυρη μορφη να μπαινει μεσα, κ δυστυχως, δε μπορω να ανοιξω παλι τα μάτια μου.


Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

"niarB yM edisnI niaR" (lastdaydeaf.com)

It is a rainy night, just like all the other nights and days in my life. I just left from my miserable job and  I’m heading  home. Inside my mind I have the usual thoughts: who am I, how my life became such a mess, how I lost everything without even having it. Most people like me, say “Maybe, long time ago I accidentally passed something good, something that it would have changed my life”. I don’t know if this is an excuse, but I never had a chance in my life. Everything turns up the way I never wanted. Yes, I know it’s me to blame for, but honestly, I still don’t know what I did wrong.
Anyway, as I am walking through the pouring rain in this cold night, I notice an old bookshop. Funny, it was the first time to notice it. Unaware of the reason, I am stepping in. There were books everywhere, not only on the shelves but also on the floor.  I can smell this bizarre perfume that old books have. I am touching carefully many old books respecting their inveteracy. Despite the fact that I had a glance at all those books, none of them gave me the desire to own. Fortunately, I heard a voice. A very strange voice that overawed me.  It was the weird bookshop owner’s one: “Here is the book you’re looking for, young man” he said.
I stared at him for a while, how did he know which book I was looking for? Anyway, without saying anything I took the book he had offered me. The moment he gave that to me, I had a look at his face. He must be too old, maybe more than 90 years old. He was short, wearing a black hat, his eyes were small and half-open, that made me wonder how he could see.  His mouth was so small, that I could barely distinguish his lips. But his face had so many wrinkles, never before seen in a human’s face.
“What exactly is this book?”, I asked him.
“It’s for you young man, only for you”, he responded.
I wasn’t feeling very well now, and I didn’t know the reason. Maybe, it was this old man, or maybe, it was the book that he just gave to me. The book, whose title hadn’t even checked. I felt dizziness & remember asking him what I owed, and his response was: “You owe me nothing young man. All that you have to do is read it”. I thanked him, and hastily left.
When I reached home, I was too tired. I just fell on the bed staring at the ceiling. My usual thoughts filled my mind. “Who am I”, etc., etc. I tried to sleep, despite I had still my clothes on, but I couldn’t. I have something bad, something like a wound in me now; something that I couldn’t understand. Incidentally, I grabbed the book with my hand. “Ok, let’s read it, maybe it will help me sleep”, I thought.
The title was “The Beautiful Life Of K.P.”
For some reason I believed that this book’s theme was for me; even the “K.P.”, were the initials of my name and surname. After a while I thought that this should be a coincidence. And, tired as I was, I started reading it.
It was the life story of a guy. K.P. was his name.  The first chapter started from where he was born, who his parents were and every detail until the age of five. It was interesting, K.P. had had a very hard life since he was born. His parents left him outside a house’s door. The woman who found him, took him to raise him up as her own kid, because she didn’t have her own. But when K.P. reached the age of three, she left him outside an orphanage’s gate. I was reading it carefully, maybe because I remembered nothing of my first five years. Not even where I born, not even my parents. Funny how life can be so ‘bitchy’ for some people since the day they are born.
Without realizing, I reached chapter two. This chapter’s theme was K.P.’s life from the age of five, till the age of twenty.
While I was reading chapter two, I started panicking. K.P.’s life was exactly just like mine! I remember myself in an orphanage, just like K.P. I escaped from there when I was twelve years old, just like K.P.!
The jobs that I had since today, were the same as K.P.’s ones! Everything that I was from the age of five till the age of twenty, my girlfriends and their names, the places that I was living, the people I was hanging with, even their names  were similar, exactly the same, with K.P.’s life!
I started sweating now, I’m trembling. Is this my life? Am I the character in the book? I’m afraid to keep on reading, because I don’t want to discover the truth. On the other hand, I’m dying of agony to find out. I decide to continue, because I’m only in chapter two and the book must contain about 10 chapters, and because …I am only 23 years old. So, I believe that this was just a coincidence; these similarities with K.P.
So, I reach chapter three! This chapter starts with K.P. heading home in a rainy night, thinking how his life had become such a mess! Thinking what people like him says about their lives, what K.P. believed about his, and everything that had happened to me until an hour ago! I panicked and I threw the book away.
“This is not my life! This is not my life!!!” I screamed! I was shaking now, I couldn’t see clearly. But I took the book in my hands again, I couldn’t resist in my will to learn more!
Yes, I’m reading that K.P. entered a bookshop, that the owner gave him a book to read without charging him anything! Everything, like it happened to me before! Without the slightest difference!
I start crying now. I’m crying like a baby holding tightly the book in my arms! I want to read the rest. I’m afraid, I’m scared but I have to… I must! Sweeping the tears from my eyes, I open the book again. Maybe I’ll die of my stress, of my agony, but I will read it.
And I am reading all the things that happen to me right now! It’s just like the book is being written at the same time by an unknown author! The last phrase was with me reading it after I swept my eyes. But what an irony! What a bloody irony! The book is finishing there! Its empty, it has no other words! All the other pages are blank!
Trembling and crying I’m going apace back to the bookstore. I need to find the old man who gave me the book. I need to ask him what it’s all about! Who he is, and …who I am. I need him to tell me that I’m not insane! I run to the bookstore as fast as I can. Fortunately, it’s not far from my home. Unluckily, by the time I get there, I see a cemetery! Not the bookstore, nor the owner, just a bloody cemetery. I start crying again, I start screaming! I want to know what has happened. I want to know why all this had happened. I want to know why the book is ending there, why all the other pages are blank! I remember myself falling down on the grass. I remember the cemetery’s statues haunting me.
I don’t know how much time had passed, maybe days, maybe months, maybe even years. I just know that every morning now, people with white uniforms take me near the window and leave me there until nightfall. Now i understand why the book has blank pages, and why all my days and nights are rainy…