Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

"υομόρΤ ςανώγΑ"

λιγα μέτρα τον χωριζαν απο τον τερματισμο. για πρωτη φορα στη ζωη του θα τερματιζε πρωτος. η ασπρη κορδελα τον περιμενε να νιωσει το ιδρωμενο του κορμι για λιγα δεπτερολεπτα. την εβλεπε καθαρα, καθως τον περιμενε. ακουγε τις επευφημιες του κοσμου, τα χειροκροτηματα. χαρουμενα προσωπα του φωναζαν "κουραγιο". η ασπρη κορδελα ερχοταν ολο κ πιο κοντα, ολο κ πιο κοντα. λιγα μέτρα ηθελε. ειχε ακομα δυναμεις, λιγοστες μεν, αλλά αρκετες για να τερματησει πρωτος. το βαρυτιμο τροπαιο τον περιμενε, ηταν ο νικητης!

κανείς δεν καταλαβε γιατι σταματησε. γιατι αφησε να τον περασουν οι υπολοιποι. κανείς δεν καταλαβε γιατι γυρισε, κ αρχισε να τρεχει με οσες δυναμεις ειχε προς την αφετηρια.


Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

(2) "οίερταιχυΨ οτσ ηκίλΑ Η"

"ςηκίλΑ ςητ ηλίΦ Η"
-------------------

η Αλικη σηκωθηκε πρωι απο το κρεβατι της. αλλη μια βαρετη μερα την περιμενε. σημερα, δεν θα εβγαινε απο το θαλαμο της, οι γιατροι της το ειχαν απαγορεψει. δεν την ενοιαζε κ τοσο, οσο οτι θα εμενε μεσα παρά τη θεληση της. καθως σηκωθηκε, προχωρησε προς την πορτα. θα εκανε παλι την συνηθισμενη της διαδρομη: τοιχος-πορτα κ το αντιστροφο.
δεν προλαβε να φτασει στη πορτα του θαλαμου της, οταν ειδε δεξια της μια κοπελα. την κοιταξε για λιγο απορημενη, κ υστερα τη ρωτησε ποια ειναι.

-"δεν εχω ονομα" της απαντησε η αλλη χαμογελωντας. "εσενα πως σε λενε?" τη ρωτησε.
η Αλικη ξαφνιαστηκε, δεν την ειχαν ρωτησει ποτέ πως την λενε, ή τουλαχιστον δεν το θυμοταν. παντως, δεν θελησε να της πει πως το ονομα της.
-"ουτε εγω εχω ονομα" της ειπε.
-"θελεις να παιξουμε?" τη ρωτησε. η Αλικη διστασε να απαντησει. πως εφεραν μια κοπελα στο θαλαμο της χωρις να τη ρωτησουν? με ποιο δικαιωμα? αυτος ηταν ο δικος της θαλαμος, κανενος αλλου! τελικα, αφου το σκεφτηκε λιγο, της απαντησε -"ναι, γιατι οχι? αν κ ξερεις, δεν εχω παιχνιδια εδω"
-"μα δεν πειραζει, θα φτιαξουμε μονες μας" της απαντησε η αλλη.
-"ωραια, ελα προς τη μερια μου, ο Ηλιος φωτιζει καλυτερα εκει"
-"θα το ηθελα, αλλά δεν μπορω να φυγω απο εδω"
-"γιατι δεν μπορεις? απο ο,τι βλεπω, δεν εισαι δεμενη στο κρεβατι"
-"δεν γινεται να φυγω απο εδω. μονο εδω υπαρχω. αν θες, ελα να παιξουμε στη μερια μου, κ ας μην ειναι τοσο φωτεινη" της απαντησε χαμογελωντας η κοπελα.

η Αλικη λοιπον, εκατσε μαζι με τη νεα της φιλη κ αρχισαν να ζωγραφιζουν αορατες ζωγραφιες στον αερα. τους φανηκε τοσο αστειο αυτο που εκαναν, που γελουσαν δυνατα. γελουσαν τοσο δυνατα, που ενας γιατρος που ακουσε τα γελια τους, ανοιξε το μικρο παραθυρο της πορτας απορημενος. δεν ξαφνιαστηκε ομως. δεν ξαφνιαστηκε που ειδε την Αλικη μπροστα στο καθρεπτη να κουναει τα χερια της κ να γελαει...


"ςηκίλΑ ςητ ησαρδόπΑ Η"
-------------------------

την Αλικη την κλειδωσαν στο θαλαμο της. υστερα απο λιγα λεπτα εσβησαν τα φωτα. μονο το λιγοστο φως του φεγγαριου εμπαινε στο θαλαμο της, κ αυτο δειλα, καθως τα συννεφα το εκρυβαν. χαρουμενη η Αλικη, σηκωθηκε γρηγορα. πηγε στη γωνια του δωματιου της, εσκυψε κ εβγαλε ενα κομματι απο το τοιχο. τις τελευταιες μερες το εκανε παντα αυτο. εβγαζε το κομματι, κ εμπαινε μεσα στο τοιχο. εκει την περιμεναν καθε βραδυ οι φιλες της. επαιζαν μαζι, γελουσαν, τραγουδουσαν...


"ςηκίλΑ ςητ ησητνάνυΣ Η"
--------------------------

η Αλικη, υστερα απο πολυ καιρο, βρισκοταν εξω στο προαυλιο. δεν μιλουσε με καμία αλλη τροφιμο οσες φορες ηταν εξω. συνηθιζε να κοιταει τα λουλουδια ωρες ολοκληρες, να εισπνεει δυνατα τον αερα, να νιωθει τον Ηλιο να της καιει το κορμι. καθως κοιτουσε προσεχτικα τα λουλουδια, ακουσε πισω της μία φωνη. καποια την φωναζε με το ονομα της. γυρισε κ ειδε μια γρια γυναικα. μια γυναικα που εμοιαζε πολυ στη μητερα της οταν ηταν νεα. μονο που αυτη η γρια, ειχε κατι το απαισιο πανω της, κατι το αποκρουστικο. μαλλον ηταν η ματιά της γριας τοσο σκληρη, που η Αλικη δεν αντεχε να κοιτα. οχι, αποκλειεται να ειναι η μητερα μου σκεφτηκε. μα κ αν ηταν? η μητερα της ειχε αυτοκτονησει οταν ηταν σαραντα χρονων, αλλά για την Αλικη ηταν παντα ζωντανη, κ ας μην την ειχε δει ποτέ αφοτου πεθανε.

-"ποια εισαι?" τη ρωτησε σχεδον βουρκωμενη.
-"δεν με γνωριζεις? δεν ξερεις ποια ειμαι?" της απαντησε η γρια.
-"μηπως εισαι η μητερα μου?" της ειπε η Αλικη σχεδον κλαιγοντας
 -"οχι μικρη μου Αλικη, δεν ειμαι η μητερα σου"
-"κ τότε, ποια εισαι?" την ρωτησε γεματη απορια
-"ειμαι καποια που ξερεις πολυ καλα, αλλά που δεν θα δεις ποτέ" της απαντησε
-"δεν σε καταλαβαινω, ποια εισαι? κ γιατι δεν θα σε δω ποτέ, αφου ηδη σε βλεπω τωρα?" ρωτησε η Αλικη
-"δεν θα με δεις ποτέ, γιατι δεν θα φτασεις στην ηλικια μου" της απαντησε η γρια
-"ποια εισαι? πες μου σε παρακαλω" της ειπε η Αλικη. η γρια γελασε δυνατα, δειχνοντας το χωρις δοντια στομα της.
-"ειμαι εσυ Αλικη!! ειμαι ΕΣΥ!!" της ειπε...


"ςηκίλΑ ςητ αμώρΧ οΤ"
-----------------------

 η Αλικη εδω κ δεκα μερες, βγαινει καθε μερα στο προαύλιο. ο καιρος ειναι καλος, κ η Αλικη θελει να απολαύσει τη βολτα της. ομως, εδω κ τρεις μερες. ειναι καποια που την ακολουθει οπου παει. όποτε βγαινει εξω, η αλλη βρισκεται δίπλα της, πισω της ή κ μπροστα της. την ενοχλει καθως περπαταει, δεν την αφηνει να παει πουθενα μονη της. στην αρχη η Αλικη δεν της ειχε πει τιποτα, ομως τωρα ηταν η τέταρτη μερα, κ αυτη, που ουτε καν ηξερε ποια ειναι, συνεχιζε να περπαταει μαζι της.

"μπορεις να σταματησεις να με ακολουθεις? μπορεις να πας να κατσεις με τις αλλες σε παρακαλω? θελω να μεινω μονη μου" της ειπε η Αλικη.

η αλλη δεν ειπε κουβεντα. στεκοταν ακινητη, χωρις να της μιλησει. καθως συνεχισε τη βολτα της η Αλικη, η αλλη παλι συνεχισε να την ακολουθει. η Αλικη νευριασε, ηθελε να την αποφυγει. μα οσο κ να αλλαζε το βηματισμο της, οπου κ να πηγαινε, η αλλη την ακολουθουσε.

"σε παρακαλω σταματα!! με ακους?? σταματα!! φυγε, χασου απο τα μάτια μου επιτελους!! δεν σε θελω δίπλα μου" της ειπε η Αλικη φωναζοντας. η αλλη τοτε, αρχισε να κουναει παραξενα τα χερια κ τα ποδια της χωρις να της πει κουβεντα.

ενας νοσοκομος που ηταν στο προαύλιο, κοιταξε την Αλικη. ηταν η πρωτη του μερα που δουλευε, κ του εκανε αμεσως εντυπωση η Αλικη. ρωτησε εναν συναδελφο του, τι γινεται με αυτην την κοπελα. ο αλλος του γελασε ειρωνικα κ του ειπε πως ηταν η Αλικη. χρονια ασθενης, χωρις καμια βελτιωση. οταν τον ρωτησε τι κανει τωρα η Αλικη κ σε ποιον φωναζει, ο αλλος του απαντησε πως η Αλικη, τωρα μαλλον τσακωνεται με τη σκια της...


Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

"αρτπόιΔ"

ο Κ, με γρηγορο ρυθμο ανεβηκε στη ταρατσα του κτιριου. στα χερια του κρατουσε σφιχτα μια βαλιτσα. μεσα της ειχε τη λυση των προβληματων του. σταθηκε ακριβως στην ακρη, κ κοιτουσε το κοσμο που περνουσε απο κατω. ο Ηλιος τον εκαιγε στο κορμι του, ομως δεν εδωσε σημασια. ουτως ή αλλως, ειτε μερα ηταν ειτε νυχτα, ο Ηλιος παντα τον εκαιγε.

ανοιξε τη βαλιτσα, κ εβγαλε ενα οπλο. τοποθετησε πανω του την αγαπημενη του διοπτρα, αυτη που τον εκανε να βλεπει τη πραγματικοτητα πιο ωμη απο οτι ηταν, πιο αληθινη.
ξαπλωσε στην ακρη της ταρατσας, κ μεσα απο τη διοπτρα, παρατηρουσε τους περαστικους. καποιοι ισως ελεγαν πως ο Κ κρατουσε το οπλο απο λαθος σημειο, ομως εκεινος ηξερε οτι ετσι ηταν σωστο.

στην αρχη παρατηρησε εναν ο οποίος ειχε πολυ μεγαλο κεφαλι, δυσαναλογο με το σωμα του. το σωμα του εγερνε μπρος πισω καθως προσπαθουσε να κρατησει ισορροπια. θα μπορουσε καλλιστα να ηταν μεθυσμενος ετσι που περπατουσε αν δεν ειχε τοσο μεγαλο κεφαλι. τον κοιταξε για λιγο πριν ρωτησει τη διοπτρα:

-"αυτος ειναι?"
-"οχι" του απαντησε εκεινη.

συνεχισε να κοιτα, προσεξε εναν τυπο που περπατουσε με μπαστουνι. καθολου απιθανο δεν του φανηκε οτι δεν ειχε ποδια, οτι στεκοταν στον αερα, κ παρολα αυτα περπατουσε. ισα ισα, εδειχνε να αιωρειται με ιδιαιτερη χαρη. ηταν σαν να τον εσπρωχνε ο ανεμος, τοσο ομορφα προχωρουσε!

-"μηπως ειναι αυτος?" ξαναρωτησε
-"οχι, ουτε αυτος ειναι. περιμενε κ θα φανει" του απαντησε η διοπτρα.

τωρα προσεξε τη γυναικα σαρανταποδαρουσα, που εσπρωχνε το παιδικο καροτσακι. το παιδι της ηταν ενα ασπρο φαντασμα. προσπαθουσε να παει γρηγορα, μα τα πόδια της μπερδευονταν κ ολο επεφτε κατω. ουτε αυτο του εκανε εντυπωση, παρολα αυτα, ξαναρωτησε τη διοπτρα:

-"μηπως ειναι αυτη?"
-"οχι" του απαντησε ξερα εκεινη.

υστερα ειδε τον ανθρωπο ελατηριο. πηδουσε ολη την ωρα, κ αντι για ποδια κ χερια, ειχε ελατηρια. εκανε παραξενες τουμπες, επαιρνε παραξενες στροφες. εδειχνε να του αρεσει, αν κ η πίκρα του δεν μπορουσε να γινει ευκολα ορατη οπως πηδουσε δεξια κ αριστερα.

-"οχι, δεν ειναι αυτος" τον προλαβε η διοπτρα. "σε λιγο θα τον δεις, θα τον καταλαβεις."

προσεξε επισης, οτι ολοι αυτοι ενω προχωρουσαν, δεν εφευγαν απο εκεινο το μερος. σαν κατι αορατο να τους σταματουσε. ξαφνικα, ειδε ενα τυπο ντυμενο στα μαυρα να περπατα. περπατουσε προς τα πισω ομως, σαν να ηταν κατι φυσιολογικο. κανείς δεν του εδωσε σημασια, ουτε ο ανθρωπος με το τεραστιο κεφαλι, ουτε ο τυπος χωρις ποδια, ουτε η γυναικα σαρανταποδαρουσα, κ ουτε βεβαια ο ανθρωπος ελατηριο.

-"αυτος ειναι ε?" την ρωτησε ανυπομονα
-"αυτος ειναι, περιμενε μονο τη καταλληλη στιγμη. μη βιαστεις" του απαντησε η διοπτρα.

ο τυπος λοιπον που περπατουσε προς τα πισω, ξαφνικα σταματησε. γυρισε προς το μερος του Κ. μολις τον ειδε ο Κ, σαστισε για λιγο. ηταν ιδιος αυτος, ηταν σαν διδυμος αδερφος του.

τοτε εκεινος, ανοιξε τα χερια του, χαμογελωντας κατ'ευθειαν στον Κ. οι τυποι γυρω του, που δεν ειχαν καταφερει να απομακρυνθουν, με ταχυτητα ο ενας μετα τον αλλον, αρχισαν να πεφτουν πανω του. ο τυπος αταραχος, τους απορροφουσε. τα κορμια τους χανοταν μεσα στο δικο του. εκεινος, με τα χερια απλωμενα σε σχημα Σταυρού, εξακολουθυσε να κοιτα χαμογελωντας περιεργα τον Κ.

υστερα, το προσωπο του τυπου πηρε μια αλλη εκφραση. η ματιά του εγινε σκληρη. ακομα κ μεσα απο τη διοπτρα, ο Κ ενιωθε τη ματιά του τυπου να τον διαπερνα σε ολο του το σωμα. απαλά τοτε, ο Κ χάιδεψε τη σκανδαλη, νιωθοντας την κανη του οπλου στο στηθος του να τον πιεζει. ο τυπος, με το παραξενο βλεμμα τον περιμενε.

μια αστραπη εκοψε τον ουρανο στα δύο. ο Κ επεσε κατω νεκρος. το οπλο το κρατουσε στη σωστη θεση τελικα, κ ας ελεγαν καποιοι πως το κρατουσε αναποδα. ο Κ ειναι νεκρος τωρα, στη ταρατσα ενος κτιριου το οποίο ειχε γκρεμιστει ενα μηνα πριν.

ουτε καν μπαζα δεν υπηρχαν πλεον. ηταν ενα κενο, οπως κ η ζωη πολλων απο εσας...


Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

"αυρκάΔ"

-"καφε θες?" ρωτησε ψυχρά η Μ τον Κ.
-"βαλε" της απαντησε εκεινος

σημερα ειναι Κυριακη. για τον Κ κ την Μ, ειναι απλά μια μερα σαν ολες τις αλλες. τιποτα διαφορετικο, τιποτα ιδιαιτερο. ο Κ κ η Μ, ειναι μαζι τεσσερα χρονια. απο τις πρωτες μερες τις γνωριμιας τους αποφασισαν να συζησουν. η αγαπη τους ηταν μοναδικη. ποτέ δεν ειχαν τσακωθει, ακομα κ στα προβληματα της καθημερινοτητας, ειχαν το τροπο τους κ τα περνουσαν μαζι. μαζι κ αγκαλιασμενοι. θα ελεγε κανείς πως η αγαπη τους δε μπορουσε να γινει πιο εντονη, πιο δυνατη. κ ομως, πριν δύο περιπου χρονια, οταν η Μ ειπε στον Κ οτι ειναι εγκυος, η αγαπη τους ξεπερασε τον ουρανο. ταξιδεψε στο διαστημα, τοσο μεγαλη ηταν.

πριν ενα χρονο ομως, τα πραγματα αλλαξαν. ζουσαν μαζι, αλλά οι μονες κ ελαχιστες κουβεντες που ελεγαν ηταν τυπικες. μαλιστα, ολο αυτο το διαστημα οι ματιές τους δεν ειχαν συναντηθει ποτέ. η αγαπη τους δεν εσβησε, εξακολουθουσαν να λατρευουν ο ενας τον αλλον. τι κ αν λενε πως η αγαπη νικαει τα παντα? ο Κ κ η Μ πλεον ηταν σαν δύο ξενοι.

ολα αρχισαν, οταν ο δύο μηνων γιος τους, πεθανε στον υπνο του. ετσι ξαφνικα. χωρις κανεναν λογο.

"συμβαινουν αυτα, κουραγιο" αυτες οι λεξεις του γιατρου δεν ειχαν φυγει ποτέ απο το μυαλο τους. ειχαν ριζωσει στη ψυχη τους, οπως κ ο χαμος του γιου τους.

η Μ εβαλε το καφε στο τραπεζι. εκατσε απεναντι απο τον Κ. καθε μερα η ιδια διαδικασια. καθε μερα βουβοι, χωρις να αλλαξουν ουτε μία ματιά. ο καθενας τους, πενθουσε με αυτο το τροπο. πλεον ομως, η αποσταση τους δεν ηταν οση το τραπεζι της κουζινας που τους χωριζε. η αποσταση τους δε μπορουσε να μετρηθει. θα ελεγε κανείς πως ηταν τοσο μεγαλη, σα να ταξιδευαν στο διαστημα σε αντιθετες πορειες.

ο Κ απο τοτε, ποτέ του δε μπηκε στο παιδικο δωματιο. αντιθετα η Μ, καθε μερα καθοταν στο αδειο παιδικο δωματιο. τα παιχνιδια πλεον ηταν μονα. τα παραμυθια, δεν ειχαν κανεναν να τους διηγηθουν τις ομορφες ιστοριες τους.


ετσι, καθως επιναν το καφε τους κ καπνιζαν τα τσιγαρα τους, η ατμοσφαιρα στη κουζινα ειχε γινει θολή. οπως η σχεση τους. ο καπνος δεν ανεβαινε στο ταβανι. δεν εφευγε απο το παραθυρο. καθοταν αναμεσα τους, μη μπορωντας ο ενας να διακρινει τον αλλον. κ ομως, μεσα σε αυτο το συννεφο καπνου, οι ματιές τους συναντηθηκαν! υστερα απο ενα χρονο περιπου, για πρωτη φορα ο Κ κοιταξε την Μ στα μάτια.
κοιταχτηκαν για αρκετη ωρα, χωρις να πουν κουβεντα. ποιος ξερει πως να ενοιωσαν? τι να σκεφτηκαν?
τοτε ο Κ, ζητησε απο τη Μ να ερθει κοντα του. εκεινη σηκωθηκε κ πηγε δίπλα του. της επιασε τα χερια. ποσο του ειχε λειψει αυτο! ποσο ομορφα ενιωθε! το ιδιο κ η Μ.

"ελα, κατσε λιγο στα πόδια μου" της ειπε.
η Μ χωρις να πει λεξη, εκατσε στα πόδια του Κ.

"δε νομιζεις οτι πρεπει να κανουμε μια νεα αρχη?" τη ρωτησε.

ξαφνικα ο καπνος χαθηκε. η Μ αγκαλιασε τον Κ κ αρχισε να κλαιει. αρχισαν να φιλιουνται, τα χειλη τους ειχαν γινει παλι ενα. τα δακρυα τους ειχαν γινει για πρωτη φορα ενα.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

"οίερταιχυΨ οτσ ηκίλΑ Η"


"ςηκίλΑ ςητ ςεβόΓ ιΟ"
------------------------

η Αλικη ειδε ενα περιεργο ονειρο το προηγουμενο βραδυ. ειδε πως για πρωτη φορα στη ζωη της φορουσε γοβες. εκπληκτη οταν ξυπνησε, ειδε πως δεν ηταν ονειρο. στα ποδια της φορουσε δύο ομορφες ασπρες γοβες! με δυσκολια σηκωθηκε απο το κρεβατι. οι γοβες την στενευαν στα ποδια. προσπαθησε να προχωρησει, ομως ο πονος ηταν αβασταχτος. αποφασισε να βγαλει τις γοβες της, ομως ηταν δυσκολο. προσπαθησε με ολη της τη δυναμη. ματωσε τα χερια της κ τα ποδια της. αρχισε να ουρλιαζει. χτυπουσε τα ποδια της δυνατα στο τοιχο για να βγαλει τις γοβες της. υστερα επεσε λιποθυμη.
οι γιατροι την εδεσαν στο κρεβατι. οι νεες της γοβες, θα εμεναν για πολυ καιρο στα ποδια της.



"ςηκίλΑ ςητ ςολίΦ Ο"
-----------------------

αφου νυχτωσε, η Αλικη εβγαλε απο τη τσεπη της το νεο της φιλο. τον ειχε γνωρισει πριν ενα μηνα, κ περνουσε μαζι του τις περισσοτερες ωρες της ημερας, αλλά κυριως της νυχτας. μονη στο θαλαμο της καθως ηταν, ο φιλος της ηταν η μονη της παρηγορια. τον εβαλε πανω στη παλαμη της. με το φως του φεγγαριου που εμπαινε απο το ψηλο παραθυρο τον εβλεπε καθως προσπαθουσε να ξυπνησει.

"ελα, ξυπνα τεμπελη" του ειπε
"μα δεν ειμαι τεμπελης, απλά νυσταζω. ολο το βραδυ μου μιλουσες κ δεν καταφερα να κοιμηθω" της  απαντησε
"εισαι τεμπελακος" του ειπε εκεινη χαμογελωντας του παραξενα.
"οχι, δεν ειμαι" της απαντησε εκεινος. "τελικα, με τη χαρη που σου ζητησα, τι αποφασισες?" τη ρωτησε.
"εισαι τυχερος" του ειπε η Αλικη. "θα σε αφησω να πας σπιτι σου, να δεις την οικογενεια σου"
"αληθεια?" ειπε ο φιλος της με μεγαλη χαρα
"αληθεια" του απαντησε η Αλικη

τον αφησε λοιπον στο πατωμα. εκεινος, αρχισε να τρεχει χαρουμενος που επιτελους ηταν ελευθερος! δεν προλαβε να παει μακρυα. η γυμνη πατουσα της Αλικης τον ελιωσε.



"ςηκίλΑ ςητ αιλθένεΓ αΤ"
---------------------------

ηταν ακριβως δωδεκα χρονια πριν. ιδια ακριβως μερα. η Αλικη χαρουμενη πηγαινε στο σπιτι της. αποψε θα εκανε παρτυ για τα δεκατα ογδοα γενεθλια της. θα εσβηνε τα κερια με την οικογενεια της, κ υστερα θα εβγαινε με τις φιλες της να διασκεδασει.
δεν καταλαβε τι ηταν αυτη η λαμψη που ειδε. δεν ενιωσε το κορμι της στο παγωμενο δρομο. δεν ειδε ποτέ τους γιατρους να της κανουν ενεσεις σε ολο της το κορμι. που κ που μονο, ακουγε φωνες, χωρις να καταλαβαινει τι ελεγαν. στο νεο της κοσμο, η Αλικη ηταν χαρουμενη, κ ας μην γιορτασε τα γενεθλια της.



"ςύοσηΙ ο κ ηκίλΑ Η"
-----------------------

η Αλικη εκατσε στο κρεβατι της. ηταν μονη στο θαλαμο της, χρονια τωρα. πολλες φορες εβρισκε τροπους να "δραπετευει", μα τωρα, εδω κ καιρο δεν μπορουσε να βρει κανεναν. βυθισμενη στις σκεψεις της, παρατηρησε για πρωτη φορα πως στο τοιχο, ηταν κρεμασμενη η εικονα του Ιησου. σταθηκε μπροστα στην εικονα. παρακαλεσε τον Ιησου να τη παρει απο αυτο το μερος, να την ελευθερωσει. τοτε, η εικονα του Ιησου μεγαλωσε, κ καταπιε την Αλικη. στο τοιχο πλεον βρισκεται η εικονα της Αλικης. ελευθερη πλεον, αλλά αιχμαλωτη στον ιδιο θαλαμο.



"ςηκίλΑ ςητ αμμάρΓ οΤ"
--------------------------

"αγαπητημουΜητερααγαπητημουΜητερααγαπητημουΜητερααγαπητημουΜητερααγαπητημουΜητερα"

το κορμι της Αλικης ειχε γεμισει αιματα. λιγο πριν λιποθυμησει το ξυραφακι επεσε απο το χερι της. η μητερα της Αλικης ειχε πεθανει λιγα χρονια πριν. η Αλικη, δεν καταφερε να της δωσει το γραμμα. τη τελευταια στιγμη, οι γιατροι της εσωσαν τη ζωη.



"ςηκίλΑ ςητ ήγυΦ Η"
----------------------

"αν ηταν ζωη, θα ηταν το χωμα. αν ηταν χαρα, θα ηταν οι πετρες. αν ηταν αγαπη, θα ηταν τα φυλλα των λουλουδιων" ειπε η Αλικη.
τα εβαλε ολα μεσα στο κουτι. αυτα ηταν η τουρτα για τα δεκατα ογδοα γενεθλια της. αντι για κερια, εβαλε πανω ενα κομματι ξυλο. τη τελευταια τουφα απο τα μαλλια της την εβαλε για να αναψει το ξυλινο κερι. με χαρα διαπιστωσε πως μετα απο τοσες προσπαθειες, το ξυλινο κερι αναψε.
"μου ευχομαι χρονια μου πολλα" ειπε η Αλικη κ φυσηξε δυνατα.

εδω κ δωδεκα χρονια, η Αλικη προσπαθουσε να γιορτασει τα δεκατα ογδοα γενεθλια της. κλεισμενη σχεδον ολη μερα στο θαλαμο της, τελικα τα καταφερε. υστερα επεσε για υπνο. δεν ξυπνησε ποτέ, οπως ποτέ δεν εφυγε το πρωτο κ μοναδικο χαμογελο απο τα χειλη της.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

"νέδηΜ ςονόρΧ"

η σφαιρα εφυγε με ταχυτητα απο το οπλο.
διεσχισε απιστευτα γρηγορα το δρομο. περασε ξυστα απο ενα περαστικο. με εναν ελιγμο, απεφυγε μια κυρια που εσπρωχνε το παιδικο καροτσι. στη διαδρομη της περασε μεσα απο τα ανοικτα παραθυρα ενος αυτοκινητου. με μια επιδεξια κινηση περασε πανω απο το πουλμαν που μετεφερε τουριστες. στο τελος της συντομης διαδρομης της, καρφωθηκε στο μετωπο ενος τυπου που περιμενε το λεωφορειο.
εκεινος, επεσε κατω με τα ματια ανοικτα. τα μυαλα του χυθηκαν στο πεζοδρομιο. το ιδιο κ το αιμα του. οσοι περιμεναν το λεωφορειο -μαζι κ διάφοροι περαστικοι- βοηθησαν το πεσμενο στο πεζοδρομιο τυπο. οχι, δεν φωναξαν βοηθεια ουτε του εκλεισαν τα ματια. με προσεκτικες κινησεις, εβαλαν τα μυαλα του τυπου μεσα στο κεφαλι. εκεινος, σηκωθηκε σα να μη συνεβη τιποτε. οι γυρω του, συνεχισαν αταραχοι να περιμενουν το λεωφορειο. οι περαστικοι αταραχοι συνεχισαν το δρομο τους.
καθε μερα εδω κ πολυ καιρο, την ιδια παντα ωρα, ο τυπος δεχοταν μια σφαιρα στο κεφαλι του. παντα επεφτε κατω, παντα οι περαστικοι τον βοηθουσαν. ετσι κ τωρα, ετσι κ αυριο κ μεθαυριο. ετσι θα γινοταν παντα, μεχρι ο τυπος να αποφασιζε τελικα να επιβιβαστει στο λεωφορειο.