Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

"ςητκυψαταΚ"

Σηκωθηκα χαραματα, ο πονοκεφαλος που χρονια εχω, εξακολουθουσε να μου τρυπαει το κεφαλι. παρολα αυτα, ειχα κοιμηθει μια χαρα. ειμαι μονος στο σπιτι, οπως μονος ειμαι κ στη ζωη γενικοτερα. πολλοι με λενε "παραξενο" αλλοι με λενε "τρελο". αρκετοι, αν οχι ολοι, με φοβουνται. δε ξερω το λογο. ξερω οτι κανουν λαθος, ξερω οτι εχω σωας τας φρενας μου. εξαλλου, ποιοι ειναι αυτοι που μπορουν να με κρινουν? ειναι μηπως τιποτα εναρετοι ανθρωποι? οχι! σαπιλα μυριζουν απο μακρυα, μα μεταξυ τους κοροιδευουν τους εαυτους τους, υποκρινομενοι οτι ειναι "καλοι ανθρωποι". μονο το γιατρο μου εμπιστευομαι. ειναι ο μονος που μου εχει πει πως το μικρο μου προβλημα, δε θα γινει μεγαλυτερο αρκει να πινω τα χαπια μου. ενα το πρωι, ενα το βραδυ. κατι που εδω κ μηνες τηρω με θρησκευτικη ευλαβεια. μπορει να μη θυμαμαι το προσωπο του γιατρου μου, να εχω θολη την εικονα του στο μυαλο μου, τα χαπια μου ομως δε τα ξεχνω.

προχωρησα κατευθειαν στη κουζινα, κ πιο συγκεκριμενα στο καταψυκτη. μεσα του, ειχα ενα πτωμα. το ειχα ηδη τρεις μερες εκει, χωρις να ξερω ακριβως το λογο. δε θυμαμαι γιατι σκοτωσα. ισως επειδη ειδα στην ακρη ενος ερημου δρομου ενα σωμα, χωρις κανεις να του δινει σημασια, ισως επειδη καποιος συναγερμος κτυπησε μεσα μου οταν το ειδα να κοιμαται στο κρυο. ηταν κατω απο χαρτονια στη προσπαθεια του να ζεσταθει. εβλεπα ποσο γρηγορα κτυπουσε η καρδια του, πως ανεβοκατεβαινε το στηθος του. η ουσια ειναι πως σκοτωσα, η ουσια ειναι πως πηρα την αποφαση που ηθελα να παρω. κ αλλη φορα πιστευω οτι εχω σκοτωσει. συμφωνα με το γιατρο μου ομως, αυτο ηταν απλως μια επιθυμια μου, που μου ειχε γινει καποτε εμμονη. τη διαδικασια που αφαιρεσα τη ζωη, τη πιο σημαντικη στιγμη δηλαδη, δε τη θυμαμαι. κριμα, γιατι αυτη η διαδικασια ειναι η πιο σημαντικη. ο φονος! ομως, μολις ειχα σκοτωσει, χωρις να νιωσω καμια ηδονη. παραξενη αισθηση, τη φανταζομουν εντελως ερωτικη, αντ' αυτου, ειχα ενα κενο κ μερικες λαμψεις στο μυαλο μου. τωρα ειχα το πτωμα στο καταψυκτη μου, χωρις να ξερω τι θα το κανω. στην αρχη ηθελα να σκαψω ενα λακκο κ να το θαψω, μα αυτο δε το εκανα. ο λογος ηταν, πως υποσυνειδητα, ειχα στο μυαλο μου ενα σχεδιο. θα εκανα κατι με το πτωμα, που μεχρι τωρα δεν ειχα κανει.

θα το μαγειρευα, κ θα το ετρωγα! ετσι απλα, χωρις να νιωσω καμια ενοχη. ειχα μαλιστα την εντυπωση πως θα μου αρεσε. δεν εμενε, παρα να δοκιμασω αυτη τη μικρη τελετη! την αποφαση μου, πρεπει να τη πηρα το προηγουμενο βραδυ, λιγο πριν κοιμηθω, μα δεν ειμαι σιγουρος. ισως την ειχα παρει καιρο πριν, σε καποια απο τις κρισεις που με επιαναν συχνα, μα παλι δε μπορω να πω με βεβαιοτητα.
αν μετανιωνω για τη πραξη μου? αν μετανιωνω που σκοτωσα? δε μετανιωνω, οχι, δε μετανιωνω! ποιος μπορει αλλωστε να με κρινει? κανενας! ακομα κ ο Θεος ο ιδιος δε μπορει να με κρινει! υπαρχουν τοσων ειδων φονοι καθημερινα, με τοσες πολλες μορφες, που, αν μη τι αλλο, η δικη μου πραξη ειχε μια εντιμοτητα. ναι, ετσι πιστευω. ο φονος που εκανα ηταν συνειδητος κ εντιμος! ζω σε μια ζουγκλα, αναμεσα σε θηρια. μονο ο πιο δυνατος επιβιωνει, αυτο εμαθα απο μικρος, αυτο εβλεπα γυρω μου. οσο για τους κανονες? τους κανονες, τους βαζω μονο ΕΓΩ!

εβγαλα το παγωμενο πτωμα απο το καταψυκτη, προσεκτικα το αφησα πανω στο τραπεζι. περιμενα να ξεπαγωσει πρωτα, κ μετα να συνεχισω. οση ωρα περιμενα, καπνιζα το ενα τσιγαρο μετα το αλλο. που κ που, σκεπτομουν το πτωμα. ηταν εκει, κοκκαλωμενο πανω στο τραπεζι.
αραγε, οικογενεια εχει? θα λειπει στους δικους του? ζουσε μοναχικη ζωη? θα υπαρχει κανεις να ανησυχει?
πηρα μια βαθια τζουρα καπνου, κ ρωτησα το πτωμα:

"καλημερα, πως αισθανεσαι? πονας πουθενα? κρυωνεις μηπως?" το πτωμα δε μου απαντησε. το ξαναρωτησα, μα παλι απαντηση δε πηρα. αρχισα να εκνευριζομαι.

"καλα, πες εστω μια κουβεντα! απο ευγενεια κ μονο, πες μια κουβεντα! τοσο αγενης εισαι? ε? τοσο?   εγω θελω να ειμαι ευγενικος μαζι σου, κ εσυ δεν απαντας????" του ειπα ουρλιαζοντας. το κεφαλι μου αρχισε παλι να με ποναει. σταματησα να του μιλω. το θεωρησα μεγαλη αγενεια εκ μερους του να μη μου πει εστω μια κουβεντα. απο τα νευρα μου, εριξα μια γροθια στο τοιχο. το χερι μου ματωσε.

"ειδες? ειδες τι εκανες? εισαι ευχαριστημενος τωρα? ε?" του ειπα νευριασμενα.

εκατσα στη καρεκλα κοιτωντας το πτωμα. αναμεσα στους ατελιωτους καπνους απο τα τσιγαρα, με το αιμα που ετρεχε απο το χερι μου, βυθισμενος σε ασπρομαυρες σκεψεις, κοιτουσα το αμιλητο πτωμα. δε ξερω γιατι, μα ηθελα να μου απαντησει.. να μου πει την αποψη του για τη ζωη, πριν βεβαια του την αφαιρεσω. φανταζομαι πως θα με εβριζε αν μπορουσε, η, ακομα χειροτερα θα με σκοτωνε! ομως ο νομος της ζουγκλας ειναι χειροτερος οταν υπαρχει ο ανθρωπινος παραγοντας στη μεση. ξερω, οι ανθρωποι ειναι το χειροτερο ειδος κ το πιο αιμοβορο. κ εγω, ειμαι ενας απο αυτους! ισως να ειμαι κ ο χειροτερος ολων, δε ξερω.

σηκωθηκα μετα απο ωρα. πλησιασα το τραπεζι που ειχα πανω το πτωμα. το κεφαλι του ηταν λιωμενο απο τα χτυπηματα που του εδωσα. ομως τα ματια του παρεμεναν ανοικτα, ποιος ξερει αν εβλεπαν τιποτα, αν καμια εικονα κρατουσε συντροφια στα ματια του! το στομα του επισης ηταν ανοικτο. ειχε μεινει ετσι απο οταν κτυπουσα με μανια τη μεγαλη πετρα στο κεφαλι του. τωρα, τις κραυγες του δε μπορουσε να ακουσει κανενας! οσο φωναξε, φωναξε! ακουμπησα το χερι μου ελαφρα στο δερμα του. ηταν εντελως κρυο, παροτι ο παγος υστερα απο τοση ωρα ειχε φυγει. επιασα τα ποδια του. ηταν κοκκαλωμενα, οπως ολο του το κορμι.

"ωραια λοιπον! ηρθε η ωρα" σκεφτηκα.

πηρα απο το συρταρι ενα μεγαλο κουζινομαχαιρο. το κρατησα σφιχτα στο χερι μου. ειδα την θολη μου εικονα στη λεπιδα του. σε λιγο, το μαχαιρι θα ηταν κοκκινο, βαμμενο απο το αιμα του πτωματος.
σε λιγο, το τραπεζι θα ηταν κοκκινο, βαμμενο κ αυτο απο το αιμα του.
αρχισα σιγα σιγα να το γδερνω. ενιωθα σα τους Ινδιανους οταν εκοβαν το σκαλπ των εχθρων τους. ηταν τοσο ομορφη αισθηση! δε θυμαμαι να ειχα νιωσει ποτε τοσο ομορφα, ουτε οταν του αφαιρουσα τη ζωη! του εγδαρα τα ποδια, κ οταν εφτασα στους αστραγαλους, πηρα ενα πριονι που εχω για τετοιες περιπτωσεις (ασχετα αν δε θυμαμαι να το εχω χρησιμοποιησει ποτε) τους εκοψα.κ τους πεταξα στη σακουλα που ειχα διπλα μου. συνεχισα με το μαχαιρι να καθαριζω τα ποδια. δεν ηθελα να φαω καμια τριχα. θα ηταν μεγαλη αηδια. μπορει να εκανα κ εμετο, δε ξερεις ποσο σιχαμερο ειναι να φας μια τριχα μεχρι να το παθεις. αφου καθαρισα καλα τα ποδια, χωρις να διστασω καθολου, καρφωσα το μαχαιρι στο στηθος του. αρχισα να το κατεβαζω σιγα σιγα, να ανοιγω μια μεγαλη τομη.

"διαολε! παραειναι δυσκολο" ειπα..

ομως συνεχισα, δε σταματησα. αφου του ανοιξα τη κοιλια, ειδα τη ακινητη καρδια του, αυτη που καποτε χτυπουσε δυνατα, αυτη που ειχε για να εκφραζει αυτα που μπορουσε να εκφρασει, να νιωσει οσα μπορουσε να νιωσει. ειδα το σηκωτι του, εβλεπα οσα το πτωμα ειχε μεσα του, χωρις εκεινο να μπορουσε ποτε να δει. ειχα ιδρωσει, ενιωθα να καιγομαι βλεποντας αυτο το θεαμα. ομως μου αρεσε! πολυ μου αρεσε! αυτοματα, αρχισα με τα γυμνα μου χερια, να ξεριζωνω οτι υπηρχε μεσα στη κοιλια του. τα εβγαζα με μανια, σα να ημουν Ιερεας σε καποια παραξενη τελετη. ορισμενα με δυσκολεψαν, απο καπου πρεπει να ηταν δεμενα, κ δεν εβγαιναν ευκολα. η λυσσα μου ηταν τοσο μεγαλη, που δε πτοηθηκα. ισα ισα, το βρηκα ενδιαφερον! εγω ορθιος μπροστα στο τραπεζι, το πτωμα ξαπλωμενο πανω με ανοικτη τη κοιλια, τα χερια μου μεσα του να ξεριζωνουν οσα οργανα ειχε. στο μυαλο μου ακουγα βιομηχανικο επαναλλαμβανομενο ηχο. ακριβως το ειδος της μουσικης που προτιμω σε τετοιες καταστασεις, ασχετα αν τη συγκεκριμενη κατασταση δε θυμαμαι να την εχω  ζησει παλι.

η σακουλα διπλα μου ειχε σχεδον γεμισει. εγω, ανυπομονουσα να φαω κρεας! ειχα μεγαλη αναγκη να δοκιμασω πως ειναι, να δω τη γευση του, να δω πως θα νιωσω! ηταν η πρωτη φορα που το εκανα, παροτι ξερω να μαγειρευω ειχα αγχος στο πως θα το μαγειρεψω. ειχα σκεφτει να το βαλω στη σουβλα, μα δεν ηθελα να με δουν οι γειτονες. ετσι, κατεληξα στη λυση της κατσαρολας.

εκοψα λοιπον κομματια απο το ποδι του, κομματια απο το στηθος του, κ τα εβαλα στη κατσαρολα. περιμενα με ανυπομονησια να ετοιμαστει το κρεας. η ωρα δε περνουσε, για να απασχοληθω απο τη μανια μου να φαω το πτωμα που μαγειρευα, πηρα τα κομματια που ειχα ριξει στη σακκουλα κ τα πηγα στο τζακι. αναψα μια φωτια με τα ξυλα. πανω στη φωτια πεταξα τα κομματια απο το πτωμα. τα ειδα να καιγονται, να γινονται σταχτη. τα μυρισα καθως η φωτια τα ελιωνε. τι ομορφη μυρωδια! απορω πως λενε ορισμενοι πως η μυρωδια καμμενης σαρκας ειναι ανυποφορη! ειναι απιστευτα ομορφη, ακομα κ αν εχει μεινει τρεις μερες στο καταψυκτη! μακαρι να μπορουσα να την ειχα κ σε αρωμα, θα ημουν πολυ χαρουμενος.
αφου καηκαν οι σαρκες κ τα εντοσθια, μαζεψα προσεκτικα τα κοκκαλα. αυτα, θα τα εθαβα κρυφα στο κηπο πισω απο το σπιτι μου. αυτη τη δουλεια θα την εκανα το βραδυ, οταν δε θα μπορουσε να με δει κανενας.

υστερα πηγα στη κουζινα να δω το κρεας στη κατσαρολα. η μυρωδια του μου ανοιγε περισσοτερο την ορεξη. σε λιγο θα το δοκιμαζα! σε λιγο θα ετρωγα το πτωμα που ειχα σκοτωσει!
μεχρι να ετοιμαστει, αρχισα να καθαριζω τη κουζινα. μαζεψα τα κομματια που δε μαγειρεψα, οπως το κεφαλι. που η αληθεια ειναι οτι δεν ηξερα αν ηθελα να το φαω, η, να φαω μονο το μυαλο του. αυτο, θα το αποφασιζα αλλη μερα, αν κ κατι μου ελεγε πως κατα βαθος, ηξερα πως θα το μαγειρεψω κ αυτο. τα εβαλα προσεκτικα στο καταψυκτη. απο πανω εβαλα κατι λαχανικα που ειχα, ωστε να μη φαινεται το κρεας.

σε λιγα λεπτα το φαγητο θα εχει ετοιμαστει. η κουζινα ειναι πεντακαθαρη. εχω βγαλει τα καλα μου μαχαιροπηρουνα, ενα πιατο που ειναι το αγαπημενο μου, κ φυσικα δε λειπει το ακριβο κοκκινο κρασι. πηγα γρηγορα στο υπνοδωματιο. φορεσα το καλο μου κοστουμι. εφτιαξα το μαλλι μου. κοιταχτηκα στο καθρεπτη για λιγο, μα δε μπορουσα να με δω καλα. δεν εδωσα σημασια. πηγα κατευθειαν στο σαλονι. εκλεισα καλα τα παραθυρα, ωστε να μη μπορει κανεις να κοιταξει μεσα στο σπιτι μου. μετα πηγα στη κουζινα. το κρεας ηταν ετοιμο. προσεκτικα το εβαλα στο πιατο. μυριζε τοσο ομορφα! θα εχω αρκετο κρεας να τρωω, σκεφτηκα κοιτωντας το καταψυκτη. πηρα το φαγητο στο σαλονι. εφτιαξα το τραπεζι ολα ηταν ετοιμα να ξεκινησω τη σεμνη τελετη. ελειπε μονο η μουσικη. στο πικαπ εβαλα το δισκο του Μπαχ: "κατα Ματθαιον Παθη". η καταλληλη μουσικη, με το καταλληλο φαγητο. λιγο πριν ξεκινησω να τρωω, εκανα μια προποση:

"Τουτο Εστι Το Σωμα Μου"