Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

"!ςονεμοπΕ ο ιεσαρεΠ αΝ"

ο κοσμος ηταν μαζεμενος στη μεγαλη αιθουσα, στο τελευταιο οροφο ενος ουρανοξυστη. ηταν ολοι χαρουμενοι, περιμεναν να ακουσουν την αποφαση μου. εγω, καθομουν μονος σε μια γωνια κοιτωντας τους. στον απεναντι τοιχο ηταν ενας Ιερεας. καθοταν ορθιος με το προσωπο στο τοιχο. ολη την ωρα μιλουσε στον εαυτο του! ποιος ξερει τι ελεγε! μπροστα μου καθοταν μια χοντρη γυναικα με μεγαλα βυζια. θα ηταν γυρω στα πενηντα χρονων, στο χερι της κρατουσε ενα μικρο σκυλακι. απο αυτα που ολο γαυγιζουν, κ που οταν τα κοιταξεις στραβα, τρεχουν να κρυφτουν. διπλα της ενας πολυ κοντος αντρας με γαμψη μυτη μιλουσε στη χοντρη. τι αταιριαστο ζευγαρι! της εκανε καμακι, κ ας ηταν σε μεγεθος το ενα τριτο απο αυτην! απεναντι δεξια μου, μιλουσαν δυο στρατιωτικοι. αυτοι οι κλασσικοι στρατιωτικοι σε στυλ Καραισκακη με μεγαλο μουστακι. οχι, φουστανελα δε φορουσαν! συνεχισα να κοιτω το συγκεντρωμενο πληθος. στο βαθος, μια κοπελα κρατουσε ενα μικρο καθρεπτη κ ολη την ωρα εφτιαχνε το μαλλι της. δε κοιταζε πουθενα, παρα μονο το ειδωλο της στο καθρεπτη. πιο διπλα, ενα μικρο αγορι κυνηγουσε μια κοπελα. θα ηταν κ τα δυο περιπου δεκα χρονων. δεν ειχαν κανενα ενδιαφερον για το τι γινοταν εδω, σε αυτη τη μεγαλη αιθουσα στο τελευταιο οροφο ενος ουρανοξυστη.

η ατμοσφαιρα ηταν καπως περιεργη, οπως συνηθιζεται σε τετοιες περιπτωσεις. ολοι ηθελαν να δειξουν χαρουμενοι, ομως αυτο, ειχε να κανει με την αποφαση που περιμεναν να τους ανακοινωσω. κ ομως, κανεις δε μου εδινε σημασια! σχεδον ολοι μιλουσαν μεταξυ τους.
εγω, ειμαι ενας ηλικιωμενος ανθρωπος. οταν ειχα ερθει εδω, δεν ημουν παρα ενα μικρο παιδι, γεματο αθωοτητα, γεματο χαρα. αυτη η χαρα μου ομως, κρατησε για λιγες μερες. υστερα, μπηκα κ εγω στη "σειρα", κ αμετοχος κοιτουσα τους γυρω μου να ζουν τις ζωες τους. η ωρα ομως εφτασε, επρεπε να σηκωθω να πω το λογο μου. πραγματι, σιγα σιγα, αρχισα να σηκωνομαι. ολοι μολις με ειδαν σταματησαν να μιλανε. τα βλεμματα τους ηταν καρφωμενα επανω μου. περιμεναν να ακουσουν τι θα τους ελεγα, αν κ πανω κατω, ολοι ηξεραν.

χωρις να πω κουβεντα, κατευθυνθηκα προς τη μπαλκονοπορτα. ασυναισθητα, ολοι κοιταξαν τα ρολογια τους. σα να ακουσα ενα στεναγμο ικανοποιησης απο ολους, αν κ δεν ειμαι σιγουρος. επιασα το πομολο, κ γυρισα κατα το μερος τους. ολοι με κοιτουσαν σαν αγαλματα. ολοι περιμεναν να ακουσουν τι θα τους πω! η χοντρη γυναικα με το σκυλακι, ο τυπος διπλα της με τη γαμψη μυτη, οι στρατιωτικοι, τα παιδακια που επεζαν, ακομα κ η κοπελα που φτιαχνοταν στο καθρεπτη ειχε σταματησει κ με κοιτουσε. μονο ο Ιερεας συνεχισε να κοιταει το τοιχο κ να μιλαει στον εαυτο του! πηρα λοιπον το σοβαρο μου υφος, κ με το χερι στο πομολο της μισανοικτης πλεον μπαλκονοπορτας τους ειπα:

"ε λοιπον, δε φευγω! δε προκειται να παω πουθενα!!"

ολοι παγωσαν, αν κ δε μπορω να πω οτι πιο πριν ηταν ιδιαιτερα χαρουμενοι. η χοντρη γυναικα με το σκυλακι, δεν αντεξε κ λιποθυμησε! κανεις δε της εδωσε σημασια. με κοιταξαν για λιγα δεπτερολεπτα γεματοι απορια. δεν ηξεραν τι να πουν! μονο ο ενας εκ των δυο στρατιωτικων ψελλισε:

"μα ...δε γινεται! πρεπει να φυγεις, δε μπορεις να μεινεις ακομα! ολοι τη φυγη σου περιμενουμε. για αυτο μαζευτηκαμε εδω"

εγω ομως επεμενα.

"δε φευγω" ειπα με ακομα πιο σοβαρη φωνη!

το πληθος τωρα αρχισε να μουρμουραει. αρχισε να επικρατει καποιου ειδους ενταση. δε περιμεναν να ακουσουν απο εμενα αυτα τα λογια. καποιοι προσπαθησαν να μου αλλαξουν γνωμη, ματαια ομως. εγω επεμενα. τα πραγματα αρχισαν να αγριευουν, το πληθος αρχισε να φωναζει. ολοι ηθελαν να με διωξουν! εγω, ακλονητος σα βραχος, επεμενα στη θεληση μου. ορισμενοι τοτε, κινηθηκαν προς το μερος μου. γαντζωθηκα αμεσως απο τη πορτα. με επιασαν απο τα ποδια, προσπαθωντας να με βγαλουν στο μπαλκονι. επικρατουσε αναστατωση, το πληθος φωναζε. εγω, γαντζωμενος απο τη πορτα, τους φωναζα:

"σταματηστε! ειμαι πρωην καθηγητης Φιλολογιας! σταματηστε!!" (παντα ηθελα να πω αυτη τη φραση, αν κ οπως φανηκε, δεν ειχε κανενα αποτελεσμα.)

αφου με σηκωσαν στον αερα, με πεταξαν απο το μπαλκονι!

"ουστ απο εδω βρωμογερε" ηταν η τελευταια φραση που ακουσα!

η χοντρη γυναικα, μολις ειχε συνελθει. οταν ειδε πως με πεταξαν απο το μπαλκονι, δεν αντεξε κ ξαναλιποθυμησε! παλι δε της εδωσαν σημασια! ολοι ειχαν το νου τους στο να με ξεφορτωθουν! καθως επεφτα στο κενο, η ατμοσφαιρα στη μεγαλη αιθουσα του ουρανοξυστη αλλαξε. αρχισε να παιζει μουσικη η ορχηστρα (που μεχρι τωρα δεν ειχε παιξει κανενα τραγουδι) κ το πληθος αρχισε να τραγουδα. μονο ο Ιερεας εξακολουθουσε να κοιταει το τοιχο κ να μιλαει ακαταπαυστα στον εαυτο του. το πληθος ομως ηταν χαρουμενο! ολοι μαζι τραγουδουσαν:

"γερε Χρονε φυγε τωρα, παει η δικη σου η σειρα, ηρθε ο νεος....ηρθε ο νεος..."

ολοι σταματησαν αποτομα! καποιος φωναξε οτι ο νεος Χρονος δεν ειχε ερθει! εκπληκτοι ολοι κοιτουσαν ο ενας τον αλλον! "μα πως ειναι δυνατον?" σκεφτηκαν! η χοντρη γυναικα, που μολις ειχε συνελθει απο τη δευτερη λιποθυμια της ...λιποθυμισε για τριτη φορα! παλι χωρις να της δωσει κανεις σημασια! ολοι τωρα ανησυχουσαν! που ειναι ο νεος Χρονος? γιατι δεν ηρθε? καποιοι, αρχισαν να ψαχνουν τις τσεπες τους! αλλοι, πιο εξυπνοι, εψαχναν πισω απο τις κουρτινες, αλλοι κοιτουσαν κατω απο τα τραπεζια! μα ο νεος Χρονος, δεν ηταν πουθενα! βγηκαν ολοι μαζι στο μπαλκονι (εκτος απο τη χοντρη γυναικα που ειχε λιποθυμησει παλι, κ τον Ιερεα που εξακολουθουσε να μιλαει στο τοιχο). αρχισαν να κοιτανε τον ουρανο. αλλοι κοιτουσαν πανω, αλλοι κατω, αλλοι δεξια κ αριστερα!

εγω, καθως επεφτα ημουν χαρουμενος! πολυ χαρουμενος! εξ'αρχης δεν ηθελα να ερθω, αλλα δε μπορουσα να παρακαμψω το ...καταστατικο! ετσι επρεπε να κανω, κ αυτο εκανα! ομως ακομα  γελουσα με τις εκφρασεις του πληθους οταν τους ειπα οτι δε θελω να φυγω! ποσο αστειοι ηταν! ποσο εξυπνο χΟΥμορ εχω! σα μανιακοι εκαναν στη προσπαθεια τους να με διωξουν! πραγματι, το βρηκα εξαιρετικα αστειο! τωρα ειχαν βγει ολοι στο μπαλκονι, ψαχνωντας το νεο Χρονο που δεν ειχε ερθει! στη πορεια μου προς τα κατω, τον συναντησα καθως ανεβαινε γρηγορα προς τα πανω!

"καλησπερα" του ειπα
"καλησπερα σας" μου απαντησε

ηταν ενα νεο παιδι, που χαρουμενο πηγαινε να παρει τη σειρα μου, οπως εγω καποτε ειχα παρει τη σειρα του προηγουμενου!
"κακομοιρη μου, δε ξερεις που πας! σε μια εβδομαδα θα σε εχουν ξεχασει. οι ευχες τους κ η χαρα τους, δε θα διαρκεσουν πολυ! παντα ετσι ηταν, παντα ετσι θα ειναι" ειπα απο μεσα μου.

το συνωστισμενο πληθος στο μπαλκονι εξακολουθουσε να ψαχνει το νεο Χρονο. καποιος φωναξε δυνατα:

"εκει! εκει δεξια! αυτος που ερχεται ειναι ο νεος Χρονος!"

ολοι μαζι τοτε, συνοδεια της ορχηστρας αρχισαν χαρουμενοι να τραγουδουν:

"γερε Χρονε φυγε τωρα, παει η δικη σου η σειρα, ηρθε ο νεος με τα δωρα με τραγουδια κ χαρα! καλη χρονια, χρονια πολλα"!!



Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

"'!ασσιλεμ... η αιγαΜ"

ο Κ σηκωθηκε απο το καναπε του. ηταν ηδη μεσημερι, εξω ο Ηλιος ειχε βγει, κ παροτι ηταν τελη Δεκεμβριου, η ζεστη ηταν αρκετη. κατευθηνθηκε προς το μπανιο σιγα σιγα. το κεφαλι του ηταν ετοιμο να σπασει. ειχε καταναλωσει το προηγουμενο βραδυ αρκετα ποτα. ουτε εκεινος θυμοταν ποσα ειχε πιει. δεν ειχε βγει εξω (κατι που τους τελευταιους εξι μηνες εκανε πολυ συχνα) αλλα ειχε μεινει στο σπιτι του, μονος. περασε ολο του το βραδυ πινοντας κ καπνιζοντας. ετσι ηθελε να κανει, κ ετσι εκανε.

ο Κ ζουσε μονος του. ζουσε στο προαστιο μιας μικρης πολης, σε καποιο νησι. ειχε ενα μαγαζι που ισα ισα μπορουσε να ζησει απο τα εσοδα. δεν ειχε παντρευτει (παροτι ηταν κοντα σαραντα χρονων) αλλα επειδη ηταν ομορφος αντρας, παντα ειχε κατακτησεις. ηταν ομως εντιμος ανθρωπος, ποτε του δεν ειχε κανει κακο σε κανεναν, ασχετα αν ειχε αρκετες ευκαιριες να το κανει. πιστευε παρολα αυτα οτι το 99% των ανθρωπων, δεν αξιζε να ζει, αλλα κανεις δεν ειπε οτι η δεσποινις Ζωη ειναι δικαιη!

αφου εριξε λιγο νερο στο προσωπο του, κοιταξε τον εαυτο του στο καθρεπτη.
"ρε μπουστη μου, ποσο ηπια γαμω τη μπουτανα μου" ειπε.
υστερα πηγε παλι προς το σαλονι, αναψε ενα τσιγαρο, κ μετα πηγε στη μερια του τοιχου που ειχε το ημερολογιο. εκανε τη συνηθισμενη κινηση που εκανε χρονια τωρα. εκοψε την ημερομηνια, για να φανει η νεα. κ τοτε παγωσε! η σημερινη μερα ηταν 21/12/12!
αυτοματα ξεμεθυσε! αμεσως θυμηθηκε τι ειχε γινει μεχρι τωρα. αυτοματα αυτη η ημερομηνια, χτυπησε συναγερμο στο κοσμο του.

ολα λοιπον αρχισαν περιπου πριν οκτω μηνες. τοτε, ειχε διαβασει καπου οτι τις 21/12/12 η προφητεια των Μαγια, ελεγε πως ο κοσμος θα καταστραφει. αυτο του εκανε ιδιαιτερη εντυπωση, παροτι πολλες προφητειες δεν εχουν επαληθευτει μεχρι τωρα. αυτη ομως, ηταν για καποιο λογο, διαφορετικη. ισως επειδη το ειχαν προβλεψει οι Μαγια, ισως ομως επειδη ο Κ, ειχε το "χαρισμα" να μπορει να προβλεπει οτι σε καποια ημερομηνια, κατι θα γινει. αυτο δε το ειχε πει σε κανεναν, το κρατουσε μονο για τον εαυτο του. εξαλλου, ποιος θα τον πιστευε? μεχρι τωρα ομως ειχε βγει σωστος σε ολες του τις προβλεψεις, ασχετα αν δεν εκανε τοσο μακροπροθεσμες. ετσι λοιπον, βασιζομενος κυριως στην διαισθηση του (που μεχρι τωρα δεν τον ειχε προδωσει ποτε), οτι σημερα θα καταστραφει ο κοσμος, ειχε καταστρωσει ενα απλο ...κολπο! δανειστηκε απο τοκογλυφους πριν εξι μηνες το ποσο των 200.000 ευρω. ειχε βαλει υποθηκη το σπιτι του (που η αξια του δεν ηταν ουτε τα μισα λεφτα που δανειστηκε) κ τους ειχε παραμυθιασει οτι ετοιμαζε μια μεγαλη δουλεια. κατι το οποιο ηταν ψεμα βεβαια. το ειχε πει μονο κ μονο για να παρει τα λεφτα. εξαλλου, αφου ο κοσμος θα καταστρεφοταν, ας ...εψαχναν να τον βρουν!

με τις 200.000 ευρω που πηρε (τωρα με τους "τοκους" το ποσο ειχε διπλασιαστει) αποφασισε  να ζησει τη ζωη του! ετσι λοιπον, κατεβαινε στη πρωτευουσα καθε λιγο, πηγαινε στα μπουζουκια, νοικιαζε τις καλυτερες πουτανες, κ ενιοτε πηγαινε κ στο εξωτερικο. ζουσε ανετα, με τα λεφτα των αλλων! στο μερος που ζουσε ομως, δεν ειχε δωσει καμια αφορμη. μεχρι να ...καταστραφει ο κοσμος, ηθελε να μη δωσει δικαιωματα!

τωρα ομως ηταν μεσημερι, μιας ηλιολουστης μερας του Δεκεμβριου, κ ο κοσμος δεν εδειχνε ...κατεστραμενος!  βηματιζε νευρικα στο σαλονι του σπιτιου του πανω κατω καπνιζωντας. να ειχε κανει λαθος η διαισθηση του? δε μπορουσε να ξερει! ηξερε ομως οτι αρχισε να φοβαται. φοβοταν οχι το ...τελος του κοσμου, οσο τους τοκογλυφους, που αν δε καταστρεφοταν ο κοσμος, θα τον σκοτωναν! κοιταξε μηχανικα το ρολοι του. οι δεικτες ηταν σταματημενοι ακριβως στις 12:00. δε του εκανε μεγαλη εντυπωση, το ρολοι του ηταν παλιο κ συχνα σταματουσε. αμεσως σκεφτηκε να ανοιξει τη τηλεοραση. απο το μερος που βρισκοταν, δε μπορουσε να δει παρα μονο δεντρα. μονο στο τελος του δρομου εβλεπε απο ψηλα τη πολη. ειτε με το αυτοκινητο, ειτε με τα ποδια, παντα σταματουσε λιγο να θαυμασει τη θεα.

ανοιξε λοιπον τη τηλεοραση, μα ...δεν ειχε σημα! ολα τα καναλια ειχαν παρασιτα!
"λες να...??" σκεφτηκε. ομως αυτο ηταν κατι που συνεβαινε συχνα στο μερος που εμενε. σηκωθηκε κ αναβοντας κ αλλο τσιγαρο, πηγε προς το παραθυρο. κοιταξε εξω τη φυση, τον ουρανο. τιποτα δεν εδειχνε αφυσικο!
"το ραδιοφωνο! να ανοιξω το ραδιοφωνο!" σκεφτηκε. αυτο παντα ειχε σημα. το ανοιξε λοιπον, μα κ σε αυτο μονο παρασιτα ακουγε! κανενας σταθμος δεν ειχε σημα!
προς στιγμην χαρηκε, αλλα αγχωθηκε ταυτοχρονα. αποφασισε να κατεβει με το αυτοκινητο του στη πολη. ηθελε να δει αν ο κοσμος ...υπηρχε! μπηκε λοιπον μεσα στο αυτοκινητο του, μα εκεινο δεν επαιρνε μπροστα!
"η μπαταρια θα ειναι" σκεφτηκε, αν κ ειχε βαλει νεα πριν απο ενα μηνα. κατευθυνθηκε λοιπον με τα ποδια στη πολη.

καθως εφτανε, ολα οσα ηξερε μεχρι τωρα ...παρεμεναν ιδια! ειδε κοσμο στο δρομο, αυτοκινητα να περνανε διπλα του. ειδε μια καθημερινοτητα ακριβως οπως την ηξερε! κ ομως, η διαισθηση του, του ελεγε πως ο κοσμος θα αλλαζε! δε μπορουσε να πιστεψει οτι για πρωτη φορα ειχε λαθος διαισθηση, του φαινοταν αδυνατο! κ οχι μονο αυτο, υπηρχε κ ο φοβος των τοκογλυφων! οι οποιοι δεν ηταν κ τα "καλυτερα παιδια"! σε περιπτωση που σημερα δε τους εξωφλουσε, ηξερε οτι δε τον περιμενε η φυλακη, τον περιμενε ενα ...χαντακι!
κ ενταξει, να καταστραφει ο κοσμος δε τον ενοιαζε! να πεθανει μονο εκεινος ομως, ηταν κατι που δεν ηθελε!
αγχωμενος λοιπον, βυθισμενος στις σκεψεις του κ στους φοβους του, περπατουσε απαρατηρητος διπλα απο τους ανθρωπους. η διαισθηση του ομως παρεμενε εντονη! ηξερε κ πιστευε, οτι ο κοσμος θα αλλαξει! 

ξαφνικα, ενω προχωρουσε στο δρομο, ασυναισθητα κοιταξε ψηλα. ειδε ενα μικρο φως στον ουρανο. εκατσε για λιγο κ το κοιτουσε. το φως δυναμωνε. ερχοταν ολο κ πιο κοντα στη Γη! μονο αυτος καθοταν ακινητος με το βλεμμα στον ουρανο. ολοι οι υπολοιποι προχωρουσαν μηχανικα, χωρις να δινουν σημασια σε τιποτα. το φως δυναμωνε ομως, σε λιγο θα ερχοταν η καταστροφη! η διαισθηση του δεν ειχε κανει λαθος λοιπον! τωρα, ολα θα τελειωναν! η Γη, αρχισε να τρεμει, το σωμα του αρχισε να τρεμει! προλαβε μονο να χαμογελασει ειρωνικα, λιγο πριν την επιβαιβαιωση της διαισθησης του, λιγο πριν τον τυλιξει το ασπρο φως!

ο Κ εζησε λοιπον μονο τους τελευταιους εξι μηνες οπως πραγματικα ηθελε. ειχε κατορθωσει, τα "πεζα" του ονειρα να τα ζησει εστω κ για εξι μηνες. ειχε "φυγει" απο τη συνηθισμενη κ αδιαφορη ζωη του, εστω κ για εξι μηνες! ο κοσμος ειχε καταστραφει. ισως να ηταν για καλο, ποιος ξερει? ο Κ ομως εφυγε με ενα χαμογελο στο προσωπο του!

οι γιατροι που εξετασαν τον Κ, αποφανθηκαν πως ενα βαρυ εγκεφαλικο τον χτυπησε την ωρα που περπατουσε στο δρομο. πως υστερα απο μερικα λεπτα πεθανε. δε μπορεσαν να καταλαβουν γτ ηταν χαμογελαστος. εστω κ αν ο Κ ηταν ενας συνηθισμενος ανθρωπος, τα συμπτωματα επρεπε να ηταν διαφορετικα.
ο κοσμος (δυστυχως) εξακολουθουσε να υπαρχει... 



Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

"υοΜ ολωδίΕ οΤ"

-"δε μπορω να δω, δεν εχω μάτια"
-"μπορεις! μπροστα σου ειμαι, κοιτα με!"
-"αληθεια, δε βλεπω τιποτα. το κορμι μου κρυωνει"
-"δε κρυωνεις, καιγεσαι! ολακερος καιγεσαι! κοιτα με"
-"δε μπορω να σε δω! αληθεια δε μπορω!"
-"φωναξε με! φωναξε με με ολη σου τη δυναμη!"
-"δεν εχω φωνη!"
-"δωσε μου το χερι σου"
-"δεν εχω χερι"
-"εχεις! δωσε μου το! τωρα!"
-"μη φωναζεις σε παρακαλω. δεν εχω σωμα. μια σκια ειμαι"
-"δωσε μου το χερι σου. θα ζωγραφισουμε τον Ηλιο να ανατελλει"
-"κ μετα? τι θα γινει μετα?"
-"θα ερθεις μαζι μου στην ακρη.
  στου Ηλιου τις πρωτες ακτινες
  θα κανουμε ενα βημα στο κενο"

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

"...άιλαυγ υοΜ αρύοκσ ατ οπα ωσίΠ"

ο κυριος Κ, ειναι περιπου 35 ετων. διδασκει φιλολογια στο γυμνασιο μιας μικρης πολης. εχει ερθει σε αυτη τη μικρη πολη εδω κ ενα μηνα. ειναι μελαχρινος, αδυνατος, κ παντα φοραει κοστουμι. οπως παντα φοραει γυαλια με σκουρους φακους. ποτέ δε τα βγαζει απο πανω του, παρα μονο οταν ειναι σπιτι του. οι υπολοιποι καθηγητες, πιστευουν οτι εχει καποιο προβλημα με την οραση του, για αυτο το λογο δε τα βγαζει ποτέ. η αληθεια ομως ειναι αλλη. ο λογος που φοραει παντα γυαλια, ειναι πως δε θελει κανείς να βλεπει τα μάτια του. νιωθει ασφαλης ετσι, νιωθει ασφαλης απο τους ανθρωπους. ποτέ του δεν ειχε καλη σχεση με τους ανθρωπους. τους θεωρει βιαιους, ικανους να κανουν μονο κακο. κραταει λοιπον αποστασεις απο ολους.
στη δουλειά του ομως ειναι αψογος. θελει να δωσει γνωση στους μαθητες του, να τους κανει καλους ανθρωπους, να μη γινουν οπως ειναι οι περισσοτεροι σημερα. θελει να τους δωσει Ελπιδα! ξερει οτι ισως ειναι ματαιο, μα δεν χανει ποτέ τη πίστη του. τα μονα πραγματα που του εχουν απομεινει, ειναι η πίστη του, κ η μικρη του κορη, την οποία αγαπα οσο τιποτα στο κοσμο. κ τη γυναικα του αγαπουσε, αλλά δυστυχως, πριν δύο μηνες τον παρατησε, κ χαθηκε για παντα. του αφησε ομως τη μικρη τους κορη. για τον Κ, δεν υπηρχε τιποτα πιο ιερο απο εκεινη. φροντιζει να της δινει οτι του ζηταει, να μη της λειπει τιποτα. ετσι συνηθως κανουν οι χωρισμενοι γονεις, ειδικα οταν εχουν μοναχοπαιδι. ετσι κανει λοιπον κ ο κυριος Κ, της εχει αφιερωσει τη δικη του ζωη. 
σημερα ομως, ο Κ, ειχε αργησει. μετα το σχολειο, ειχαν συνελευση οι καθηγητες, κ χωρις να το καταλαβει περασε η ωρα. εξω ηταν βραδυ, η μικρη του κορη ηταν μονη στο σπιτι, αυτο τον φοβιζε. οχι, δε τον απασχολουσε που η πολη που ζουσαν ηταν ηρεμη, ο φοβος κ το κακο παντου παραμονευουν, ετσι πιστευε. βιαστικα λοιπον ξεκινησε με τα ποδια να παει σπιτι. να αγκαλιασει τη κορη του, να της ψιθυρισει στο αυτι πως την αγαπαει, κ μετα να τη βαλει για υπνο. καθως προχωρουσε, βυθισμενος στις σκεψεις του, βυθισμενος στους χρονιους φοβους του, προσεξε μπροστα του να περπατα μια μικρη κοπελα. θα ηταν περιπου 10 χρονων, οσο η κορη του. ειχε μακρυ μαυρο μαλλι, φορουσε ασπρο πουλοβερ κ καρω κοκκινη φουστα μεχρι τα γονατα.
"μα πως αφηνουν τοσο μικρο παιδι να κυκλοφορει μονο του?" σκεφτηκε. "τοσα κ τοσα ακουμε καθε μερα στη τηλεοραση, κανείς δε συγκινειται? ουτε οι ιδιοι οι γονεις της μικρης κοπελας?" αναρωτηθηκε.
ασυναισθητα, ακολουθησε τη μικρη. εκεινη περπατουσε ανεμελα, σα να χορευει. στο χερι της κρατουσε μαθητικη τσαντα. μαλλον θα επιστρεφε απο φροντιστηριο, σκεφτηκε ο Κ. τα βηματα του ομως ηταν πιο μεγαλα απο της μικρης, σιγα σιγα την εφθανε. κατι μεσα του, του ελεγε να πει στη μικρη κοπελα να προσεχει, να μη γυριζει μονη της τα βραδυα στο σπιτι. φοβηθηκε ομως να της το
πει. η τοπικη κοινωνια ειναι μικρη, ο κοσμος ειναι κακος, κ αν τον δουν να της μιλαει, ποιος ξερει τι μπορουν να πουν. οχι, δε θα της μιλουσε, απλά θα την ακολουθουσε διακριτικα μεχρι να φτασει με
ασφαλεια στο σπιτι της. μετα, θα πηγαινε κ εκεινος στο δικο του. ηταν το λιγοτερο που μπορουσε να κανει. καθως την ακολουθουσε στον ερημο δρομο, η μικρη κοπελα σταματησε. γυρισε να κοιταξει πισω της. ειδε εναν αντρα, μεσα στη νυχτα να φοραει σκουρα γυαλια. τον κοιταξε για λιγο σαστισμενη, δεν ειχε καταλαβει πως την ακολουθουσε εδω κ ωρα. ο Κ, μολις τον κοιταξε η μικρη, εβγαλε τα γυαλια του, κ της χαμογελασε. 
"μη φοβασαι, απλά να προσεχεις τα βραδυα. ειναι επικινδυνα, ποτέ δε ξερεις τι μπορει να συμβει στο καθενα" της ειπε.
η μικρη κοπελα συνεχισε να τον κοιταει στα ματια. ειχε τρομοκρατηθει. ο Κ λοιπον, για να την ηρεμησει, της ειπε οτι ειναι ο νεος φιλολογος στο γυμνασιο, κ πως καλο ειναι οταν φτασει σπιτι, να πει στους γονεις της να μη την αφηνουν να κυκλοφορει το βραδυ μονη. κατι ψελλισε η μικρη, χωρις να καταλαβει ο Κ τι ηταν αυτο. υστερα την ειδε με γρηγορο βηματισμο να απομακρυνεται. ασυναισθητα κοιταξε το ρολόι του. "γαμωτο, αργησα" ειπε, κ γυρισε να παει προς το σπιτι του. η μικρη του κορη ηταν μονη, ισως κ να ειχε κοιμηθει τωρα που αργησε. ο Κ, δεν ηθελε να τη καληνυχτισει ενω εκεινη θα κοιμοταν. ηθελε να τη βρει ξυπνια, να τον περιμενει. να τη βαλει εκεινος στο κρεβατι για να κοιμηθει. του ειχε λειψει αυτο. εδω κ ενα μηνα, του ειχε λειψει πολυ!
υστερα απο λιγη ωρα, εφτασε σπιτι του. μια μικρη μονοκατοικια ηταν, με μικρη αυλη. μια μικρη μονοκατοικια, που ειχε τα παραθυρα παντα κλειστα. οι γειτονες δεν ειχαν δωσει σημασια σε αυτο. ηξεραν οτι ο Κ, φοβοταν. πιστευαν οτι ειχε φοβια μη το ληστεψουν, δεν ηξεραν οτι ο Κ φοβοταν ολους τους ανθρωπους! εξαλλου, μια τυπικη "καλημερα" την ειχαν. δεν τους ειχε παραξενεψει τιποτα, στον ενα μηνα που ζουσε στη μικρη τους πολη.

ο Κ, ξεκλειδωσε την εξωπορτα κ μπηκε σπιτι. αφου την εκλεισε, τη κλειδωσε παλι. εβγαλε τα γυαλια του, κατευθηνθηκε στο σαλονι, πηρε ενα δισκο του Μπαχ, που ηταν ο αγαπημενος του μουσικος, κ τον εβαλε στο πικαπ. μολις ακουσε τις πρωτες νοτες, πηγε στη λατρεμενη του κορη. την ειδε να κοιμαται. εκατσε για λιγη ωρα κοιτωντας την. ηταν σκεπασμενη, μονο το κεφαλι της φαινοταν. ποσο αθωα εδειχνε! ποσο ενοχος ενιωθε που την εφερε σε αυτο το σκληρο κοσμο! της χάιδεψε λιγο το μαλλι απαλα να μη τη ξυπνησει, τη φιλησε στο μετωπο λεγωντας της "καληνυχτα". τα χειλη του εκαιγαν απο το δερμα της κορης του. πολλες φορες, ο παγος ειναι καυτος. η αποσταση που χωριζε καθημερινα τον Κ (οταν διδασκε στο σχολειο) απο τη κορη του, ηταν σα το παγο καυτη! τη κοιταξε για λιγο, κ μετα της ψιθυρισε παλι: 
"κορουλα μου, ο μπαμπας σου εφερε ενα δωρο! θα το δεις το πρωι μολις ξυπνησεις! ετσι, δε θα παραπονιεσαι που σε αφηνω μονη σου!" ανοιξε τη σακουλα που ειχε μαζι του. προσεκτικα πηρε απο μεσα το νεο παιχνιδι της μικρης. το αφησε δίπλα στο μαξιλαρι της. "τι ομορφα θα νιωσει τωρα που θα εχει παρεα" σκεφτηκε. σκεπασε τη κορη κορη του καλυτερα, καθως κ τη νεα της φιλη. λιγο πριν φυγει, ξανακοιταξε τη μονακριβη του κορη. κοιμοταν αταραχη, οπως συνηθιζει εδω κ ενα μηνα. δίπλα της ειχε βαλει το κεφαλι της μικρης κοπελας που συναντησε πριν απο λιγο. "καληνυχτα αγαπες μου" ειπε πριν κλεισει το καταψυκτη.
στο σαλονι ο δισκος του Μπαχ εξακολουθουσε να παιζει. ο Κ, εκατσε στη πολυθρονα του αναβωντας ενα τσιγαρο. μετα απο ενα μηνα, ηταν η πρωτη φορα που ενιωθε ευτυχισμενος...




Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

"ύομΕ άταΚ"

Οι στρατιωτες ηταν μεσα στα χαρακωματα. πολεμουσαν τον εχθρο απεναντι τους. τους χωριζε μια αποσταση εβδομηντα περιπου μετρων. στην ακρη της καθε πλευρας, καβαλα στο αλογο τους στεκονταν οι Στρατηγοι. παρακολουθουσαν τους στρατιωτες τους να πολεμανε. πολεμουσαν οχι για
τη Πατριδα τους, οχι για τα Ιδανικα τους. πολεμουσαν στο ονομα του Βασιλια! η μαχη ηταν σκληρη. οι σφαιρες σφυριζαν πανω απο τα κεφαλια τους. πολλοι στρατιωτες επεφταν νεκροι, βαφωντας κοκκινο το χιονισμενο τοπιο με το αιμα τους. αλλοι, τραυματιζονταν, τα ουρλιαχτα τους, εκοβαν το παγωμενο αερα. σε λιγο, θα εκαναν τη τελευταια εφοδο. η μαχη θα ηταν σωμα με σωμα. οι σφαιρες θα εδιναν τη θεση τους στις ξιφολογχες. νικητης θα ηταν αυτος που θα ειχε τους περισσοτερους
ζωντανους. ακομα κ αν υπηρχε μονο ενας ζωντανος, αυτος θα ηταν ο νικητης! ολα αυτα, στο ονομα του Βασιλια! ομως οι στρατιωτες ηταν ηδη κουρασμενοι. οχι μονο απο τη μαχη, κουρασμενοι απο το Βασιλια τους. η εικονα του ξεθωριαζε, δε πιστευαν πλεον σε αυτον. δεν ηθελαν να πολεμησουν αλλο! ανημποροι ομως, συνεχιζαν να πολεμουν. οι Στρατηγοι, αταραχοι τους κοιτουσαν να σκοτωνονται, να τραυματιζονται. μονο η νικη ειχε σημασια για αυτους, με οποιοδηποτε κοστος.

τωρα υπηρχε ησυχια. μια ησυχια που σου παγωνε το αιμα. ολοι περιμεναν να ακουσουν τον ηχο της τρομπετας. κ τοτε, θα ορμουσαν απεναντι στον εχθρο! θα ορμουσαν να τον σκοτωσουν, ειτε με τη ξιφολογχη, ειτε ακομα με τα ιδια τους τα χερια! ο χρονος ομως δε κυλουσε, η αναμονη του ηχου της
τρομπετας ηταν ατελιωτη. ο Θανατος τους περιμενε καρτερικα, καθως οι στρατιωτες ηξεραν οτι δε θα ζησουν. οτι ηταν μια ματαιη μαχη, μια ματαιη μαχη στο ονομα του Βασιλια!
οι Στρατηγοι, περιμεναν να δωσουν το συνθημα για να ηχησει η τρομπετα. το συνθημα που θα σημαινε το οριστικο τελος αυτης της μαχης. θα σηκωναν το χερι ψηλα, μολις το κατεβαζαν, η τρομπετα θα ηχουσε. οι στρατιωτες, γεματοι λυσσα για τον εχθρο, θα ορμουσαν σα ζωα να τον κατασπαραξουν.

η ωρα πλησιαζε, οι καρδιες των στρατιωτων ακουγονταν τωρα. κ οι δύο πλευρες περιμεναν να δουν τους Στρατηγους τους να σηκωσουν τα χερια, να δωσουν το συνθημα της τελικης μαχης!
οι Στρατηγοι, ηταν πανομοιοτυποι. φορουσαν τα ιδια ρουχα, ηταν καβαλα σε ασπρα αλογα, ηταν το ιδιο ανεκφραστοι! ολοι, τους κοιτουσαν, περιμενωντας το τελικο συνθημα. περιμενοντας να πεθανουν για το Βασιλια!

με μια συγχρονισμενη κινηση, οι Στρατηγοι κρατησαν στα χερια τους τα σπαθια τους. μολις τα σηκωναν στον αερα, η τρομπετα θα ηχουσε για τελευταια φορα.  τοτε, θα αρχιζε η τελικη μαχη, τοτε θα αρχιζε ο τελικος Θανατος! τωρα, ολοι οι στρατιωτες ηταν ετοιμοι να σκοτωσουν, ετοιμοι να σκοτωθουν!

οι Στρατηγοι ομως, αφησαν τα σπαθια τους απο τα χερια. με συγχρονισμενες κινησεις, ξεπεζεψαν απο τα αλογα τους. κ οι δύο, πηραν μια θηκη απο τις σελες τον αλογων τους. με στρατιωτικη πειθαρχια στο βηματισμο τους, αρχισαν να προχωραν στη μεση των δύο χαρακωματων. οι στρατιωτες εκπληκτοι τους κοιτουσαν. παντου τωρα επικρατουσε απολυτη ησυχια. ουτε οι αναπνοες των στρατιωτων δεν ακουγονταν. οι Λοχαγοι, αφου εφτασαν στη μεση των χαρακωματων, σταματησαν. εντελως συγχρονισμενα, σα να τους κατευθηνε μια μουσικη που κανείς δε μπορουσε να ακουσει. γυρισαν κ κοιταξαν ο ενας τον αλλο. μετα απο λιγο, αρχισαν με τον ιδιο βηματισμο να προχωρανε μπροστα. μεχρι να βρεθουν προσωπο με προσωπο. οταν εφτασαν κοντα, κοιταχτηκαν στα μάτια. ειχαν το ιδιο παγερο κ ανεκφραστο βλεμμα. χωρις να πουν κουβεντα, ανοιξαν τη θηκη. με τον ιδιο ρυθμο, εβγαλαν απο μεσα ενα κομματι ξυλο, κ ενα λευκο πανι! εδεσαν το πανι στο ξυλο. υστερα το καρφωσαν στο εδαφος. ηταν λευκη σημαια! οι δύο Στρατηγοι, αποφασισαν να παραδοθουν! αποφασισαν να μη πεθανουν στο ονομα του Βασιλια τους! οι στρατιωτες, βουβοι τους κοιτουσαν. δεν ειχαν καμια αισθηση τωρα. ουτε της νικης, ουτε της ηττας, ουτε της Ζωης ή του Θανατου! αφου καρφωσαν τις λευκες σημαιες οι Στρατηγοι, εκαναν τρια βηματα προς τα πισω. ολες οι μεχρι τωρα κινησεις τους ηταν ιδιες. σα μια χορογραφια, σα μια χορογραφια, που κανείς δεν ηξερε πως θα τελιωσει! κανείς, εκτος απο τους Στρατηγους!

στο κεντρο της μαχης, με τα ματια των στρατιωτων καρφωμενα επανω τους, οι δύο Στρατηγοι ηταν τωρα οι πρωταγωνιστες! με τις ιδιες ακριβως κινησεις, εβγαλαν τα οπλα τους. τα κρατησαν στα
χερια. σε λιγα δεπτερολεπτα, ο ενας θα εδινε το οπλο του στον αλλον. κ η μαχη, η μαχη που θα γινοταν στο ονομα του Βασιλια, δε θα τελειωνε ποτέ! με τα οπλα στα χερια, οι δύο Στρατηγοι κοιταχτηκαν παλι στα ματια. κανείς δε ξερει τι μπορει να σκεφτοταν, κανείς δε ξερει ποια αισθηματα
ειχαν μεσα τους! θαρρος, που διαλεξαν να ζησουν? ή μηπως δειλία που φοβηθηκαν να πεθανουν?
οι Στρατηγοι ομως ηξεραν! ετσι, σηκωσαν τα οπλα τους ακουμπωντας τις καννες στους κροταφους τους! ενας πυροβολισμος ακουστηκε. οι δύο στρατηγοι, πανομοιοτυπα (οπως εκαναν μεχρι τωρα) επεσαν στο εδαφος.

κανείς ποτέ δεν βρηκε τους στρατιωτες. κανείς ποτέ δεν εμαθε που εγινε αυτη η μαχη. ενα πτωμα μονο βρεθηκε, με σημαδι στο κροταφο του. ενα παγωμενο πτωμα, που στο χερι του κρατουσε σφιχτα ενα περιστροφο!


Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

"...αμόκΑ αιεθάπσορΠ αιΜ"

Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν λίγο πνιγηρή. Ακόμα και ο φωτισμός ήταν λειψός ή έτσι, τελοσπάντων, τον ένιωθε. Το τσάι δίπλα του άχνιζε, μύριζε ρόδο. Προορισμένο για να τον ηρεμίσει λίγο, αλλά ήταν σίγουρος πως δεν θα είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Κοίταξε την ημερομηνία απέναντι και οι παλάμες του ίδρωσαν. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι άφησε το κεφάλι να γύρει πίσω, κλείνοντας τα μάτια. Η βοή τον έκανε να αναπηδήσει. Το δωμάτιο φωτίστηκε, λες και ήταν μέρα. Κοίταξε από το παράθυρο και ειδε τον ουρανο συννεφιασμενο. σε λιγο θα βραδυαζε, δεν ειχε πολυ ωρα μπροστα του. επρεπε να προλαβει. επρεπε να προλαβει να σπασει το χρονο, να τον νικησει για λιγο. ηταν το τελευταιο πραγμα που ηθελε να κανει. ηταν μια ανιση μαχη, αλλά η τελευταια που θα χρειαζοταν να δωσει. 
σηκωθηκε απο το κρεβατι του, αφησε οσους ηταν γυρω του μονους, στις φωνες τους, στα τραγουδια τους. χωρις να πει λεξη σε κανεναν βγηκε τρεχωντας στο δρομο. περνουσε αναμεσα απο το κοσμο, ετρεχε αντιθετα απο αυτους. το πληθος περπατουσε με μηχανικο βηματισμο, ανεκφραστο.
εκεινος ηταν μια μικρη αναρχια αναμεσα στην ισορροπια τους. στο δρομο του, περασε απο το γραφειο που δουλευε. ηταν η πρωτη δουλεια που ειχε πιασει, κ προσωρινη οπως ειχε πει στον εαυτο του. ομως ηταν ηδη τριαντα χρονων, το προσωρινο, ειχε γινει μονιμο. ειναι αυτες οι στιγμες που γινονται ωρες, κ που τελικα γινονται ολοκληρη ζωη! ειδε κοσμο μεσα, ειδε τους συναδελφους του να δουλευουν. δε σταματησε ομως να τους μιλησει. συνεχισε να τρεχει. καθως ετρεχε περασε απο τα σπιτια των φιλων του. τα ειδε μπροστα του, καθως ο Ηλιος τα φωτιζε. ειδε τους φιλους του να καθονται αμεριμνοι στις αυλες τους. ηταν ολοι μαζι με τις οικογενειες τους. κανείς τους δε τον προσεξε, ηταν σα να μην υπηρχε. ομως κ αυτος, δεν ηθελε να σταματησει. δεν ηθελε να τους
μιλησει. δεν ειχε χρονο, επρεπε να προλαβει. 
συνεχισε να τρεχει. ο Ηλιος γινοταν ολο κ πιο δυνατος. ενιωθε να του καιει το δερμα. περασε μπροστα απο το σχολειο του. ειδε τους παλιους του συμμαθητες να παιζουν στην αυλη. κοντοσταθηκε για λιγο. τους ειδε να γελανε αθωα, να μην εχουν καμια εγνοια. ηθελε να τους μιλησει, αλλά ηξερε οτι ηταν ματαιο. ενιωσε ασχημα, ενιωσε μια πίκρα. ενιωσε παλι την αισθηση της απωλειας των ονειρων του. δυστυχως η Μοιρα ειχε άλλα σχεδια για εκεινον. κ αυτος ηταν αδυναμος μπροστα της! ηταν η εποχη που ολα τα παιδια εκαναν ονειρα για το μελλον. εκεινος ομως, ηταν ο μοναδικος που εκανε ονειρα για το παρελθον! ειδε επισης τη πρωτη του κοπελα να καθεται μονη της στην αυλη. θυμηθηκε τη πρωτη φορα που της μιλησε. ηταν ακριβως στην ιδια θεση. ηταν η πρωτη του αγαπη, κ η μοναδικη. καθως τη κοιτουσε, η εικονα της κοπελλας αρχισε να θολωνει απο τα δακρυα στα μάτια του, που κυλουσαν στο προσωπο του. μακαρι να μπορουσε να της μιλησει! ποσο πολυ το ηθελε! ηξερε ομως, οτι κ αυτο, ηταν ματαιο! εξαλλου, ο χρονος τον πιεζε αφορητα. δεν ηξερε αν θα προλαβει. συνεχισε να τρεχει. να τρεχει ολο κ πιο γρηγορα! με οση δυναμη ειχε, ετρεχε!
ηθελε να προλαβει, πριν τον αλλαξει ο χρονος! επρεπε να φτασει στο τελος, στην αρχη. κ μετα, να γυρισει πισω. το αγχος του ηταν ηδη μεγαλο, ο Ηλιος συνεχιζε να τον καιει! οσο πλησιαζε στο τελος, (αυτο που εκεινος θεωρουσε αρχη), η προσπαθεια του γινοταν ακομα πιο δυσκολη! ειχε ομως μία ευκαιρια! μία ευκαιρια μονο! περασε μπροστα απο το παλιο δασακι. εκει που τωρα ειχαν κτιστει πολυκατοικιες. κάποτε, εκει επαιζε ποδοσφαιρο με τους φιλους του. μπορουσε ακομα να ακουσει τις φωνες τους, μπορουσε να ακουσει παλι τις διαφωνιες αν ηταν γκολ, ή αν δεν ηταν! τοτε εκανε ονειρα να γινει ποδοσφαιριστης. ονειρα που δε κρατησαν πολυ! αλλά αυτο δε το ηξερε τοτε, το εμαθε μετα απο λιγα χρονια. ο Ηλιος συνεχισε να τον καιει ολο κ πιο πολυ. ειχε κουραστει, οι δυναμεις του τελειωναν. ομως δεν ηταν μακρυα απο το προορισμο του.
ηθελε λιγο να φτασει μεχρι τη γωνια του δρομου, εκει που ξεκινησαν ολα! σιγα σιγα, εφτασε λοιπον μπροστα απο ενα μεγαλο σπιτι. ενα αρχοντικο ηταν, με μεγαλη αυλη κ δεντρα γυρω γυρω. η οικογενεια που ειχε το σπιτι ηταν πολυ πλουσια. ειχε μαλιστα κ δύο αγορια που αγαπουσε πολυ.
ειχαν φροντισει οι γονεις τους για να εχουν ενα καλο μελλον. μεχρι κ τα σχολεια που θα πηγαιναν ειχαν βρει! σε αυτη την οικογενεια λοιπον, η μητερα του Κ, τον ειχε αφησει στα σκαλια της εξωπορτας οταν ηταν μωρο. οχι επειδη ηταν μονη, ουτε επειδη ηταν πτωχη. αλλά επειδη πριν λιγες μερες της ειχε πει ο γιατρος της οτι δεν ειχε παραπανω απο δύο μηνες ζωης! ετσι, πιστεψε οτι αυτη η πλουσια οικογενεια θα μεγαλωνε το γιο της, τον μικρο Κ, χωρις να του λειψει τιποτα. 
εκανε ομως λαθος! η οικογενεια πραγματι πηρε το μικρο Κ μαζι της, αλλά ουτε τα δύο του αδερφια τον συμπαθησαν ποτε, ουτε ο πατριος του, κ δυστυχως ουτε η μητρια του! οταν ο Κ, εγινε δεκαπεντε χρονων, του ειπαν την αληθεια. του ειπαν οτι τον βρηκαν στην εξωπορτα, οτι δεν ηταν δικο τους παιδι! τοτε ο Κ, αποφασισε να φυγει απο το σπιτι κ να μη γυρισει ποτέ πισω. δεν εφυγε επειδη ηταν ξενος, οσο επειδη δεν ειχε ζησει καθολου καλα. το γεγονος ομως οτι δεν ηταν η οικογενεια του επαιξε μεγαλο ρολο στη φυγη του. ο κοσμος του, ειχε γκρεμιστει, το μονο που μπορουσε να κανει
ηταν αυτο που ορκιστηκε. να μη γυρισει ποτέ του πισω! τωρα ομως γυρισε! 
ηταν εξω απο το σπιτι που μεγαλωσε! γυρισε γιατι ειχε λογο να γυρισει. σημαντικο λογο! προχωρησε μεχρι τα σκαλια που οδηγουσαν στη πορτα του σπιτιου. ειδε απο εξω να βρισκεται ενα παιδικο καλαθι. μολις το ειδε αρχισε να κλαιει, δε μπορουσε να μη κλαψει! προσεκτικα σηκωσε το μικρο αγορι που ηταν στο καλαθι. το πηρε αγκαλια. πηρε αγκαλια τον εαυτο του! δε μπορουσε να ακουμπησει το μικρο, αλλά κ μονο που το ειχε στην αγκαλια του, ηταν αρκετο! του ψυθυρισε καποια λογια, του ειπε οτι παντα θα τον αγαπα, του ζητησε να τον συγχωρεσει που δεν εκανε τα ονειρα τους πραγματικοτητα! υστερα εφυγε. το σκοπο του τον ειχε καταφερει! ελπιζε κ ο εαυτος του να τον συγχωρουσε, αλλά αυτο δε το ηξερε! αρχισε να τρεχει τωρα προς τα πισω, επρεπε να προλαβει! το κρυο ομως ηταν αφορητο, δε μπορουσε να το αντεξει. προχωρουσε ολο κ πιο σιγα μεχρι που κουραστηκε. οι δυναμεις του τον εγκατελειψαν! ακριβως στη μεση της διαδρομης! καθησε στο παγωμενο πεζοδρομιο. τα δακρυα του θολωναν την εικονα του δρομου, την εικονα των ανθρωπων! μονο την ανασα του μπορουσε να ακουσει, τιποτα αλλο! 
ξαφνικα, ενας ζεστος αερας τον τυλιξε. τον σηκωσε ψηλα, πολυ ψηλα, κ με απιστευτη ταχυτητα τον πηγε στην αρχη. τον ξαπλωσε στο κρεβατι του. υστερα ο αερας χαθηκε. εκεινος εμεινε ξαπλωμενος, με τα μάτια κλειστα, με τα χερια σταυρωμενα στο στηθος του. τον αφησε στο τελος του, μεσα στην εκκλησια, με τους λιγοστους γνωστους, το λιβανι να μυριζει στην ατμοσφαιρα, τα λιγοστα αναμμενα κερια. ο καλος Θεουλης, εστω κ τη τελευταια στιγμη, βοηθησε το μικρο Κ!