Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

"!ςονεμοπΕ ο ιεσαρεΠ αΝ"

ο κοσμος ηταν μαζεμενος στη μεγαλη αιθουσα, στο τελευταιο οροφο ενος ουρανοξυστη. ηταν ολοι χαρουμενοι, περιμεναν να ακουσουν την αποφαση μου. εγω, καθομουν μονος σε μια γωνια κοιτωντας τους. στον απεναντι τοιχο ηταν ενας Ιερεας. καθοταν ορθιος με το προσωπο στο τοιχο. ολη την ωρα μιλουσε στον εαυτο του! ποιος ξερει τι ελεγε! μπροστα μου καθοταν μια χοντρη γυναικα με μεγαλα βυζια. θα ηταν γυρω στα πενηντα χρονων, στο χερι της κρατουσε ενα μικρο σκυλακι. απο αυτα που ολο γαυγιζουν, κ που οταν τα κοιταξεις στραβα, τρεχουν να κρυφτουν. διπλα της ενας πολυ κοντος αντρας με γαμψη μυτη μιλουσε στη χοντρη. τι αταιριαστο ζευγαρι! της εκανε καμακι, κ ας ηταν σε μεγεθος το ενα τριτο απο αυτην! απεναντι δεξια μου, μιλουσαν δυο στρατιωτικοι. αυτοι οι κλασσικοι στρατιωτικοι σε στυλ Καραισκακη με μεγαλο μουστακι. οχι, φουστανελα δε φορουσαν! συνεχισα να κοιτω το συγκεντρωμενο πληθος. στο βαθος, μια κοπελα κρατουσε ενα μικρο καθρεπτη κ ολη την ωρα εφτιαχνε το μαλλι της. δε κοιταζε πουθενα, παρα μονο το ειδωλο της στο καθρεπτη. πιο διπλα, ενα μικρο αγορι κυνηγουσε μια κοπελα. θα ηταν κ τα δυο περιπου δεκα χρονων. δεν ειχαν κανενα ενδιαφερον για το τι γινοταν εδω, σε αυτη τη μεγαλη αιθουσα στο τελευταιο οροφο ενος ουρανοξυστη.

η ατμοσφαιρα ηταν καπως περιεργη, οπως συνηθιζεται σε τετοιες περιπτωσεις. ολοι ηθελαν να δειξουν χαρουμενοι, ομως αυτο, ειχε να κανει με την αποφαση που περιμεναν να τους ανακοινωσω. κ ομως, κανεις δε μου εδινε σημασια! σχεδον ολοι μιλουσαν μεταξυ τους.
εγω, ειμαι ενας ηλικιωμενος ανθρωπος. οταν ειχα ερθει εδω, δεν ημουν παρα ενα μικρο παιδι, γεματο αθωοτητα, γεματο χαρα. αυτη η χαρα μου ομως, κρατησε για λιγες μερες. υστερα, μπηκα κ εγω στη "σειρα", κ αμετοχος κοιτουσα τους γυρω μου να ζουν τις ζωες τους. η ωρα ομως εφτασε, επρεπε να σηκωθω να πω το λογο μου. πραγματι, σιγα σιγα, αρχισα να σηκωνομαι. ολοι μολις με ειδαν σταματησαν να μιλανε. τα βλεμματα τους ηταν καρφωμενα επανω μου. περιμεναν να ακουσουν τι θα τους ελεγα, αν κ πανω κατω, ολοι ηξεραν.

χωρις να πω κουβεντα, κατευθυνθηκα προς τη μπαλκονοπορτα. ασυναισθητα, ολοι κοιταξαν τα ρολογια τους. σα να ακουσα ενα στεναγμο ικανοποιησης απο ολους, αν κ δεν ειμαι σιγουρος. επιασα το πομολο, κ γυρισα κατα το μερος τους. ολοι με κοιτουσαν σαν αγαλματα. ολοι περιμεναν να ακουσουν τι θα τους πω! η χοντρη γυναικα με το σκυλακι, ο τυπος διπλα της με τη γαμψη μυτη, οι στρατιωτικοι, τα παιδακια που επεζαν, ακομα κ η κοπελα που φτιαχνοταν στο καθρεπτη ειχε σταματησει κ με κοιτουσε. μονο ο Ιερεας συνεχισε να κοιταει το τοιχο κ να μιλαει στον εαυτο του! πηρα λοιπον το σοβαρο μου υφος, κ με το χερι στο πομολο της μισανοικτης πλεον μπαλκονοπορτας τους ειπα:

"ε λοιπον, δε φευγω! δε προκειται να παω πουθενα!!"

ολοι παγωσαν, αν κ δε μπορω να πω οτι πιο πριν ηταν ιδιαιτερα χαρουμενοι. η χοντρη γυναικα με το σκυλακι, δεν αντεξε κ λιποθυμησε! κανεις δε της εδωσε σημασια. με κοιταξαν για λιγα δεπτερολεπτα γεματοι απορια. δεν ηξεραν τι να πουν! μονο ο ενας εκ των δυο στρατιωτικων ψελλισε:

"μα ...δε γινεται! πρεπει να φυγεις, δε μπορεις να μεινεις ακομα! ολοι τη φυγη σου περιμενουμε. για αυτο μαζευτηκαμε εδω"

εγω ομως επεμενα.

"δε φευγω" ειπα με ακομα πιο σοβαρη φωνη!

το πληθος τωρα αρχισε να μουρμουραει. αρχισε να επικρατει καποιου ειδους ενταση. δε περιμεναν να ακουσουν απο εμενα αυτα τα λογια. καποιοι προσπαθησαν να μου αλλαξουν γνωμη, ματαια ομως. εγω επεμενα. τα πραγματα αρχισαν να αγριευουν, το πληθος αρχισε να φωναζει. ολοι ηθελαν να με διωξουν! εγω, ακλονητος σα βραχος, επεμενα στη θεληση μου. ορισμενοι τοτε, κινηθηκαν προς το μερος μου. γαντζωθηκα αμεσως απο τη πορτα. με επιασαν απο τα ποδια, προσπαθωντας να με βγαλουν στο μπαλκονι. επικρατουσε αναστατωση, το πληθος φωναζε. εγω, γαντζωμενος απο τη πορτα, τους φωναζα:

"σταματηστε! ειμαι πρωην καθηγητης Φιλολογιας! σταματηστε!!" (παντα ηθελα να πω αυτη τη φραση, αν κ οπως φανηκε, δεν ειχε κανενα αποτελεσμα.)

αφου με σηκωσαν στον αερα, με πεταξαν απο το μπαλκονι!

"ουστ απο εδω βρωμογερε" ηταν η τελευταια φραση που ακουσα!

η χοντρη γυναικα, μολις ειχε συνελθει. οταν ειδε πως με πεταξαν απο το μπαλκονι, δεν αντεξε κ ξαναλιποθυμησε! παλι δε της εδωσαν σημασια! ολοι ειχαν το νου τους στο να με ξεφορτωθουν! καθως επεφτα στο κενο, η ατμοσφαιρα στη μεγαλη αιθουσα του ουρανοξυστη αλλαξε. αρχισε να παιζει μουσικη η ορχηστρα (που μεχρι τωρα δεν ειχε παιξει κανενα τραγουδι) κ το πληθος αρχισε να τραγουδα. μονο ο Ιερεας εξακολουθουσε να κοιταει το τοιχο κ να μιλαει ακαταπαυστα στον εαυτο του. το πληθος ομως ηταν χαρουμενο! ολοι μαζι τραγουδουσαν:

"γερε Χρονε φυγε τωρα, παει η δικη σου η σειρα, ηρθε ο νεος....ηρθε ο νεος..."

ολοι σταματησαν αποτομα! καποιος φωναξε οτι ο νεος Χρονος δεν ειχε ερθει! εκπληκτοι ολοι κοιτουσαν ο ενας τον αλλον! "μα πως ειναι δυνατον?" σκεφτηκαν! η χοντρη γυναικα, που μολις ειχε συνελθει απο τη δευτερη λιποθυμια της ...λιποθυμισε για τριτη φορα! παλι χωρις να της δωσει κανεις σημασια! ολοι τωρα ανησυχουσαν! που ειναι ο νεος Χρονος? γιατι δεν ηρθε? καποιοι, αρχισαν να ψαχνουν τις τσεπες τους! αλλοι, πιο εξυπνοι, εψαχναν πισω απο τις κουρτινες, αλλοι κοιτουσαν κατω απο τα τραπεζια! μα ο νεος Χρονος, δεν ηταν πουθενα! βγηκαν ολοι μαζι στο μπαλκονι (εκτος απο τη χοντρη γυναικα που ειχε λιποθυμησει παλι, κ τον Ιερεα που εξακολουθουσε να μιλαει στο τοιχο). αρχισαν να κοιτανε τον ουρανο. αλλοι κοιτουσαν πανω, αλλοι κατω, αλλοι δεξια κ αριστερα!

εγω, καθως επεφτα ημουν χαρουμενος! πολυ χαρουμενος! εξ'αρχης δεν ηθελα να ερθω, αλλα δε μπορουσα να παρακαμψω το ...καταστατικο! ετσι επρεπε να κανω, κ αυτο εκανα! ομως ακομα  γελουσα με τις εκφρασεις του πληθους οταν τους ειπα οτι δε θελω να φυγω! ποσο αστειοι ηταν! ποσο εξυπνο χΟΥμορ εχω! σα μανιακοι εκαναν στη προσπαθεια τους να με διωξουν! πραγματι, το βρηκα εξαιρετικα αστειο! τωρα ειχαν βγει ολοι στο μπαλκονι, ψαχνωντας το νεο Χρονο που δεν ειχε ερθει! στη πορεια μου προς τα κατω, τον συναντησα καθως ανεβαινε γρηγορα προς τα πανω!

"καλησπερα" του ειπα
"καλησπερα σας" μου απαντησε

ηταν ενα νεο παιδι, που χαρουμενο πηγαινε να παρει τη σειρα μου, οπως εγω καποτε ειχα παρει τη σειρα του προηγουμενου!
"κακομοιρη μου, δε ξερεις που πας! σε μια εβδομαδα θα σε εχουν ξεχασει. οι ευχες τους κ η χαρα τους, δε θα διαρκεσουν πολυ! παντα ετσι ηταν, παντα ετσι θα ειναι" ειπα απο μεσα μου.

το συνωστισμενο πληθος στο μπαλκονι εξακολουθουσε να ψαχνει το νεο Χρονο. καποιος φωναξε δυνατα:

"εκει! εκει δεξια! αυτος που ερχεται ειναι ο νεος Χρονος!"

ολοι μαζι τοτε, συνοδεια της ορχηστρας αρχισαν χαρουμενοι να τραγουδουν:

"γερε Χρονε φυγε τωρα, παει η δικη σου η σειρα, ηρθε ο νεος με τα δωρα με τραγουδια κ χαρα! καλη χρονια, χρονια πολλα"!!



Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

"'!ασσιλεμ... η αιγαΜ"

ο Κ σηκωθηκε απο το καναπε του. ηταν ηδη μεσημερι, εξω ο Ηλιος ειχε βγει, κ παροτι ηταν τελη Δεκεμβριου, η ζεστη ηταν αρκετη. κατευθηνθηκε προς το μπανιο σιγα σιγα. το κεφαλι του ηταν ετοιμο να σπασει. ειχε καταναλωσει το προηγουμενο βραδυ αρκετα ποτα. ουτε εκεινος θυμοταν ποσα ειχε πιει. δεν ειχε βγει εξω (κατι που τους τελευταιους εξι μηνες εκανε πολυ συχνα) αλλα ειχε μεινει στο σπιτι του, μονος. περασε ολο του το βραδυ πινοντας κ καπνιζοντας. ετσι ηθελε να κανει, κ ετσι εκανε.

ο Κ ζουσε μονος του. ζουσε στο προαστιο μιας μικρης πολης, σε καποιο νησι. ειχε ενα μαγαζι που ισα ισα μπορουσε να ζησει απο τα εσοδα. δεν ειχε παντρευτει (παροτι ηταν κοντα σαραντα χρονων) αλλα επειδη ηταν ομορφος αντρας, παντα ειχε κατακτησεις. ηταν ομως εντιμος ανθρωπος, ποτε του δεν ειχε κανει κακο σε κανεναν, ασχετα αν ειχε αρκετες ευκαιριες να το κανει. πιστευε παρολα αυτα οτι το 99% των ανθρωπων, δεν αξιζε να ζει, αλλα κανεις δεν ειπε οτι η δεσποινις Ζωη ειναι δικαιη!

αφου εριξε λιγο νερο στο προσωπο του, κοιταξε τον εαυτο του στο καθρεπτη.
"ρε μπουστη μου, ποσο ηπια γαμω τη μπουτανα μου" ειπε.
υστερα πηγε παλι προς το σαλονι, αναψε ενα τσιγαρο, κ μετα πηγε στη μερια του τοιχου που ειχε το ημερολογιο. εκανε τη συνηθισμενη κινηση που εκανε χρονια τωρα. εκοψε την ημερομηνια, για να φανει η νεα. κ τοτε παγωσε! η σημερινη μερα ηταν 21/12/12!
αυτοματα ξεμεθυσε! αμεσως θυμηθηκε τι ειχε γινει μεχρι τωρα. αυτοματα αυτη η ημερομηνια, χτυπησε συναγερμο στο κοσμο του.

ολα λοιπον αρχισαν περιπου πριν οκτω μηνες. τοτε, ειχε διαβασει καπου οτι τις 21/12/12 η προφητεια των Μαγια, ελεγε πως ο κοσμος θα καταστραφει. αυτο του εκανε ιδιαιτερη εντυπωση, παροτι πολλες προφητειες δεν εχουν επαληθευτει μεχρι τωρα. αυτη ομως, ηταν για καποιο λογο, διαφορετικη. ισως επειδη το ειχαν προβλεψει οι Μαγια, ισως ομως επειδη ο Κ, ειχε το "χαρισμα" να μπορει να προβλεπει οτι σε καποια ημερομηνια, κατι θα γινει. αυτο δε το ειχε πει σε κανεναν, το κρατουσε μονο για τον εαυτο του. εξαλλου, ποιος θα τον πιστευε? μεχρι τωρα ομως ειχε βγει σωστος σε ολες του τις προβλεψεις, ασχετα αν δεν εκανε τοσο μακροπροθεσμες. ετσι λοιπον, βασιζομενος κυριως στην διαισθηση του (που μεχρι τωρα δεν τον ειχε προδωσει ποτε), οτι σημερα θα καταστραφει ο κοσμος, ειχε καταστρωσει ενα απλο ...κολπο! δανειστηκε απο τοκογλυφους πριν εξι μηνες το ποσο των 200.000 ευρω. ειχε βαλει υποθηκη το σπιτι του (που η αξια του δεν ηταν ουτε τα μισα λεφτα που δανειστηκε) κ τους ειχε παραμυθιασει οτι ετοιμαζε μια μεγαλη δουλεια. κατι το οποιο ηταν ψεμα βεβαια. το ειχε πει μονο κ μονο για να παρει τα λεφτα. εξαλλου, αφου ο κοσμος θα καταστρεφοταν, ας ...εψαχναν να τον βρουν!

με τις 200.000 ευρω που πηρε (τωρα με τους "τοκους" το ποσο ειχε διπλασιαστει) αποφασισε  να ζησει τη ζωη του! ετσι λοιπον, κατεβαινε στη πρωτευουσα καθε λιγο, πηγαινε στα μπουζουκια, νοικιαζε τις καλυτερες πουτανες, κ ενιοτε πηγαινε κ στο εξωτερικο. ζουσε ανετα, με τα λεφτα των αλλων! στο μερος που ζουσε ομως, δεν ειχε δωσει καμια αφορμη. μεχρι να ...καταστραφει ο κοσμος, ηθελε να μη δωσει δικαιωματα!

τωρα ομως ηταν μεσημερι, μιας ηλιολουστης μερας του Δεκεμβριου, κ ο κοσμος δεν εδειχνε ...κατεστραμενος!  βηματιζε νευρικα στο σαλονι του σπιτιου του πανω κατω καπνιζωντας. να ειχε κανει λαθος η διαισθηση του? δε μπορουσε να ξερει! ηξερε ομως οτι αρχισε να φοβαται. φοβοταν οχι το ...τελος του κοσμου, οσο τους τοκογλυφους, που αν δε καταστρεφοταν ο κοσμος, θα τον σκοτωναν! κοιταξε μηχανικα το ρολοι του. οι δεικτες ηταν σταματημενοι ακριβως στις 12:00. δε του εκανε μεγαλη εντυπωση, το ρολοι του ηταν παλιο κ συχνα σταματουσε. αμεσως σκεφτηκε να ανοιξει τη τηλεοραση. απο το μερος που βρισκοταν, δε μπορουσε να δει παρα μονο δεντρα. μονο στο τελος του δρομου εβλεπε απο ψηλα τη πολη. ειτε με το αυτοκινητο, ειτε με τα ποδια, παντα σταματουσε λιγο να θαυμασει τη θεα.

ανοιξε λοιπον τη τηλεοραση, μα ...δεν ειχε σημα! ολα τα καναλια ειχαν παρασιτα!
"λες να...??" σκεφτηκε. ομως αυτο ηταν κατι που συνεβαινε συχνα στο μερος που εμενε. σηκωθηκε κ αναβοντας κ αλλο τσιγαρο, πηγε προς το παραθυρο. κοιταξε εξω τη φυση, τον ουρανο. τιποτα δεν εδειχνε αφυσικο!
"το ραδιοφωνο! να ανοιξω το ραδιοφωνο!" σκεφτηκε. αυτο παντα ειχε σημα. το ανοιξε λοιπον, μα κ σε αυτο μονο παρασιτα ακουγε! κανενας σταθμος δεν ειχε σημα!
προς στιγμην χαρηκε, αλλα αγχωθηκε ταυτοχρονα. αποφασισε να κατεβει με το αυτοκινητο του στη πολη. ηθελε να δει αν ο κοσμος ...υπηρχε! μπηκε λοιπον μεσα στο αυτοκινητο του, μα εκεινο δεν επαιρνε μπροστα!
"η μπαταρια θα ειναι" σκεφτηκε, αν κ ειχε βαλει νεα πριν απο ενα μηνα. κατευθυνθηκε λοιπον με τα ποδια στη πολη.

καθως εφτανε, ολα οσα ηξερε μεχρι τωρα ...παρεμεναν ιδια! ειδε κοσμο στο δρομο, αυτοκινητα να περνανε διπλα του. ειδε μια καθημερινοτητα ακριβως οπως την ηξερε! κ ομως, η διαισθηση του, του ελεγε πως ο κοσμος θα αλλαζε! δε μπορουσε να πιστεψει οτι για πρωτη φορα ειχε λαθος διαισθηση, του φαινοταν αδυνατο! κ οχι μονο αυτο, υπηρχε κ ο φοβος των τοκογλυφων! οι οποιοι δεν ηταν κ τα "καλυτερα παιδια"! σε περιπτωση που σημερα δε τους εξωφλουσε, ηξερε οτι δε τον περιμενε η φυλακη, τον περιμενε ενα ...χαντακι!
κ ενταξει, να καταστραφει ο κοσμος δε τον ενοιαζε! να πεθανει μονο εκεινος ομως, ηταν κατι που δεν ηθελε!
αγχωμενος λοιπον, βυθισμενος στις σκεψεις του κ στους φοβους του, περπατουσε απαρατηρητος διπλα απο τους ανθρωπους. η διαισθηση του ομως παρεμενε εντονη! ηξερε κ πιστευε, οτι ο κοσμος θα αλλαξει! 

ξαφνικα, ενω προχωρουσε στο δρομο, ασυναισθητα κοιταξε ψηλα. ειδε ενα μικρο φως στον ουρανο. εκατσε για λιγο κ το κοιτουσε. το φως δυναμωνε. ερχοταν ολο κ πιο κοντα στη Γη! μονο αυτος καθοταν ακινητος με το βλεμμα στον ουρανο. ολοι οι υπολοιποι προχωρουσαν μηχανικα, χωρις να δινουν σημασια σε τιποτα. το φως δυναμωνε ομως, σε λιγο θα ερχοταν η καταστροφη! η διαισθηση του δεν ειχε κανει λαθος λοιπον! τωρα, ολα θα τελειωναν! η Γη, αρχισε να τρεμει, το σωμα του αρχισε να τρεμει! προλαβε μονο να χαμογελασει ειρωνικα, λιγο πριν την επιβαιβαιωση της διαισθησης του, λιγο πριν τον τυλιξει το ασπρο φως!

ο Κ εζησε λοιπον μονο τους τελευταιους εξι μηνες οπως πραγματικα ηθελε. ειχε κατορθωσει, τα "πεζα" του ονειρα να τα ζησει εστω κ για εξι μηνες. ειχε "φυγει" απο τη συνηθισμενη κ αδιαφορη ζωη του, εστω κ για εξι μηνες! ο κοσμος ειχε καταστραφει. ισως να ηταν για καλο, ποιος ξερει? ο Κ ομως εφυγε με ενα χαμογελο στο προσωπο του!

οι γιατροι που εξετασαν τον Κ, αποφανθηκαν πως ενα βαρυ εγκεφαλικο τον χτυπησε την ωρα που περπατουσε στο δρομο. πως υστερα απο μερικα λεπτα πεθανε. δε μπορεσαν να καταλαβουν γτ ηταν χαμογελαστος. εστω κ αν ο Κ ηταν ενας συνηθισμενος ανθρωπος, τα συμπτωματα επρεπε να ηταν διαφορετικα.
ο κοσμος (δυστυχως) εξακολουθουσε να υπαρχει... 



Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

"υοΜ ολωδίΕ οΤ"

-"δε μπορω να δω, δεν εχω μάτια"
-"μπορεις! μπροστα σου ειμαι, κοιτα με!"
-"αληθεια, δε βλεπω τιποτα. το κορμι μου κρυωνει"
-"δε κρυωνεις, καιγεσαι! ολακερος καιγεσαι! κοιτα με"
-"δε μπορω να σε δω! αληθεια δε μπορω!"
-"φωναξε με! φωναξε με με ολη σου τη δυναμη!"
-"δεν εχω φωνη!"
-"δωσε μου το χερι σου"
-"δεν εχω χερι"
-"εχεις! δωσε μου το! τωρα!"
-"μη φωναζεις σε παρακαλω. δεν εχω σωμα. μια σκια ειμαι"
-"δωσε μου το χερι σου. θα ζωγραφισουμε τον Ηλιο να ανατελλει"
-"κ μετα? τι θα γινει μετα?"
-"θα ερθεις μαζι μου στην ακρη.
  στου Ηλιου τις πρωτες ακτινες
  θα κανουμε ενα βημα στο κενο"

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

"...άιλαυγ υοΜ αρύοκσ ατ οπα ωσίΠ"

ο κυριος Κ, ειναι περιπου 35 ετων. διδασκει φιλολογια στο γυμνασιο μιας μικρης πολης. εχει ερθει σε αυτη τη μικρη πολη εδω κ ενα μηνα. ειναι μελαχρινος, αδυνατος, κ παντα φοραει κοστουμι. οπως παντα φοραει γυαλια με σκουρους φακους. ποτέ δε τα βγαζει απο πανω του, παρα μονο οταν ειναι σπιτι του. οι υπολοιποι καθηγητες, πιστευουν οτι εχει καποιο προβλημα με την οραση του, για αυτο το λογο δε τα βγαζει ποτέ. η αληθεια ομως ειναι αλλη. ο λογος που φοραει παντα γυαλια, ειναι πως δε θελει κανείς να βλεπει τα μάτια του. νιωθει ασφαλης ετσι, νιωθει ασφαλης απο τους ανθρωπους. ποτέ του δεν ειχε καλη σχεση με τους ανθρωπους. τους θεωρει βιαιους, ικανους να κανουν μονο κακο. κραταει λοιπον αποστασεις απο ολους.
στη δουλειά του ομως ειναι αψογος. θελει να δωσει γνωση στους μαθητες του, να τους κανει καλους ανθρωπους, να μη γινουν οπως ειναι οι περισσοτεροι σημερα. θελει να τους δωσει Ελπιδα! ξερει οτι ισως ειναι ματαιο, μα δεν χανει ποτέ τη πίστη του. τα μονα πραγματα που του εχουν απομεινει, ειναι η πίστη του, κ η μικρη του κορη, την οποία αγαπα οσο τιποτα στο κοσμο. κ τη γυναικα του αγαπουσε, αλλά δυστυχως, πριν δύο μηνες τον παρατησε, κ χαθηκε για παντα. του αφησε ομως τη μικρη τους κορη. για τον Κ, δεν υπηρχε τιποτα πιο ιερο απο εκεινη. φροντιζει να της δινει οτι του ζηταει, να μη της λειπει τιποτα. ετσι συνηθως κανουν οι χωρισμενοι γονεις, ειδικα οταν εχουν μοναχοπαιδι. ετσι κανει λοιπον κ ο κυριος Κ, της εχει αφιερωσει τη δικη του ζωη. 
σημερα ομως, ο Κ, ειχε αργησει. μετα το σχολειο, ειχαν συνελευση οι καθηγητες, κ χωρις να το καταλαβει περασε η ωρα. εξω ηταν βραδυ, η μικρη του κορη ηταν μονη στο σπιτι, αυτο τον φοβιζε. οχι, δε τον απασχολουσε που η πολη που ζουσαν ηταν ηρεμη, ο φοβος κ το κακο παντου παραμονευουν, ετσι πιστευε. βιαστικα λοιπον ξεκινησε με τα ποδια να παει σπιτι. να αγκαλιασει τη κορη του, να της ψιθυρισει στο αυτι πως την αγαπαει, κ μετα να τη βαλει για υπνο. καθως προχωρουσε, βυθισμενος στις σκεψεις του, βυθισμενος στους χρονιους φοβους του, προσεξε μπροστα του να περπατα μια μικρη κοπελα. θα ηταν περιπου 10 χρονων, οσο η κορη του. ειχε μακρυ μαυρο μαλλι, φορουσε ασπρο πουλοβερ κ καρω κοκκινη φουστα μεχρι τα γονατα.
"μα πως αφηνουν τοσο μικρο παιδι να κυκλοφορει μονο του?" σκεφτηκε. "τοσα κ τοσα ακουμε καθε μερα στη τηλεοραση, κανείς δε συγκινειται? ουτε οι ιδιοι οι γονεις της μικρης κοπελας?" αναρωτηθηκε.
ασυναισθητα, ακολουθησε τη μικρη. εκεινη περπατουσε ανεμελα, σα να χορευει. στο χερι της κρατουσε μαθητικη τσαντα. μαλλον θα επιστρεφε απο φροντιστηριο, σκεφτηκε ο Κ. τα βηματα του ομως ηταν πιο μεγαλα απο της μικρης, σιγα σιγα την εφθανε. κατι μεσα του, του ελεγε να πει στη μικρη κοπελα να προσεχει, να μη γυριζει μονη της τα βραδυα στο σπιτι. φοβηθηκε ομως να της το
πει. η τοπικη κοινωνια ειναι μικρη, ο κοσμος ειναι κακος, κ αν τον δουν να της μιλαει, ποιος ξερει τι μπορουν να πουν. οχι, δε θα της μιλουσε, απλά θα την ακολουθουσε διακριτικα μεχρι να φτασει με
ασφαλεια στο σπιτι της. μετα, θα πηγαινε κ εκεινος στο δικο του. ηταν το λιγοτερο που μπορουσε να κανει. καθως την ακολουθουσε στον ερημο δρομο, η μικρη κοπελα σταματησε. γυρισε να κοιταξει πισω της. ειδε εναν αντρα, μεσα στη νυχτα να φοραει σκουρα γυαλια. τον κοιταξε για λιγο σαστισμενη, δεν ειχε καταλαβει πως την ακολουθουσε εδω κ ωρα. ο Κ, μολις τον κοιταξε η μικρη, εβγαλε τα γυαλια του, κ της χαμογελασε. 
"μη φοβασαι, απλά να προσεχεις τα βραδυα. ειναι επικινδυνα, ποτέ δε ξερεις τι μπορει να συμβει στο καθενα" της ειπε.
η μικρη κοπελα συνεχισε να τον κοιταει στα ματια. ειχε τρομοκρατηθει. ο Κ λοιπον, για να την ηρεμησει, της ειπε οτι ειναι ο νεος φιλολογος στο γυμνασιο, κ πως καλο ειναι οταν φτασει σπιτι, να πει στους γονεις της να μη την αφηνουν να κυκλοφορει το βραδυ μονη. κατι ψελλισε η μικρη, χωρις να καταλαβει ο Κ τι ηταν αυτο. υστερα την ειδε με γρηγορο βηματισμο να απομακρυνεται. ασυναισθητα κοιταξε το ρολόι του. "γαμωτο, αργησα" ειπε, κ γυρισε να παει προς το σπιτι του. η μικρη του κορη ηταν μονη, ισως κ να ειχε κοιμηθει τωρα που αργησε. ο Κ, δεν ηθελε να τη καληνυχτισει ενω εκεινη θα κοιμοταν. ηθελε να τη βρει ξυπνια, να τον περιμενει. να τη βαλει εκεινος στο κρεβατι για να κοιμηθει. του ειχε λειψει αυτο. εδω κ ενα μηνα, του ειχε λειψει πολυ!
υστερα απο λιγη ωρα, εφτασε σπιτι του. μια μικρη μονοκατοικια ηταν, με μικρη αυλη. μια μικρη μονοκατοικια, που ειχε τα παραθυρα παντα κλειστα. οι γειτονες δεν ειχαν δωσει σημασια σε αυτο. ηξεραν οτι ο Κ, φοβοταν. πιστευαν οτι ειχε φοβια μη το ληστεψουν, δεν ηξεραν οτι ο Κ φοβοταν ολους τους ανθρωπους! εξαλλου, μια τυπικη "καλημερα" την ειχαν. δεν τους ειχε παραξενεψει τιποτα, στον ενα μηνα που ζουσε στη μικρη τους πολη.

ο Κ, ξεκλειδωσε την εξωπορτα κ μπηκε σπιτι. αφου την εκλεισε, τη κλειδωσε παλι. εβγαλε τα γυαλια του, κατευθηνθηκε στο σαλονι, πηρε ενα δισκο του Μπαχ, που ηταν ο αγαπημενος του μουσικος, κ τον εβαλε στο πικαπ. μολις ακουσε τις πρωτες νοτες, πηγε στη λατρεμενη του κορη. την ειδε να κοιμαται. εκατσε για λιγη ωρα κοιτωντας την. ηταν σκεπασμενη, μονο το κεφαλι της φαινοταν. ποσο αθωα εδειχνε! ποσο ενοχος ενιωθε που την εφερε σε αυτο το σκληρο κοσμο! της χάιδεψε λιγο το μαλλι απαλα να μη τη ξυπνησει, τη φιλησε στο μετωπο λεγωντας της "καληνυχτα". τα χειλη του εκαιγαν απο το δερμα της κορης του. πολλες φορες, ο παγος ειναι καυτος. η αποσταση που χωριζε καθημερινα τον Κ (οταν διδασκε στο σχολειο) απο τη κορη του, ηταν σα το παγο καυτη! τη κοιταξε για λιγο, κ μετα της ψιθυρισε παλι: 
"κορουλα μου, ο μπαμπας σου εφερε ενα δωρο! θα το δεις το πρωι μολις ξυπνησεις! ετσι, δε θα παραπονιεσαι που σε αφηνω μονη σου!" ανοιξε τη σακουλα που ειχε μαζι του. προσεκτικα πηρε απο μεσα το νεο παιχνιδι της μικρης. το αφησε δίπλα στο μαξιλαρι της. "τι ομορφα θα νιωσει τωρα που θα εχει παρεα" σκεφτηκε. σκεπασε τη κορη κορη του καλυτερα, καθως κ τη νεα της φιλη. λιγο πριν φυγει, ξανακοιταξε τη μονακριβη του κορη. κοιμοταν αταραχη, οπως συνηθιζει εδω κ ενα μηνα. δίπλα της ειχε βαλει το κεφαλι της μικρης κοπελας που συναντησε πριν απο λιγο. "καληνυχτα αγαπες μου" ειπε πριν κλεισει το καταψυκτη.
στο σαλονι ο δισκος του Μπαχ εξακολουθουσε να παιζει. ο Κ, εκατσε στη πολυθρονα του αναβωντας ενα τσιγαρο. μετα απο ενα μηνα, ηταν η πρωτη φορα που ενιωθε ευτυχισμενος...




Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

"ύομΕ άταΚ"

Οι στρατιωτες ηταν μεσα στα χαρακωματα. πολεμουσαν τον εχθρο απεναντι τους. τους χωριζε μια αποσταση εβδομηντα περιπου μετρων. στην ακρη της καθε πλευρας, καβαλα στο αλογο τους στεκονταν οι Στρατηγοι. παρακολουθουσαν τους στρατιωτες τους να πολεμανε. πολεμουσαν οχι για
τη Πατριδα τους, οχι για τα Ιδανικα τους. πολεμουσαν στο ονομα του Βασιλια! η μαχη ηταν σκληρη. οι σφαιρες σφυριζαν πανω απο τα κεφαλια τους. πολλοι στρατιωτες επεφταν νεκροι, βαφωντας κοκκινο το χιονισμενο τοπιο με το αιμα τους. αλλοι, τραυματιζονταν, τα ουρλιαχτα τους, εκοβαν το παγωμενο αερα. σε λιγο, θα εκαναν τη τελευταια εφοδο. η μαχη θα ηταν σωμα με σωμα. οι σφαιρες θα εδιναν τη θεση τους στις ξιφολογχες. νικητης θα ηταν αυτος που θα ειχε τους περισσοτερους
ζωντανους. ακομα κ αν υπηρχε μονο ενας ζωντανος, αυτος θα ηταν ο νικητης! ολα αυτα, στο ονομα του Βασιλια! ομως οι στρατιωτες ηταν ηδη κουρασμενοι. οχι μονο απο τη μαχη, κουρασμενοι απο το Βασιλια τους. η εικονα του ξεθωριαζε, δε πιστευαν πλεον σε αυτον. δεν ηθελαν να πολεμησουν αλλο! ανημποροι ομως, συνεχιζαν να πολεμουν. οι Στρατηγοι, αταραχοι τους κοιτουσαν να σκοτωνονται, να τραυματιζονται. μονο η νικη ειχε σημασια για αυτους, με οποιοδηποτε κοστος.

τωρα υπηρχε ησυχια. μια ησυχια που σου παγωνε το αιμα. ολοι περιμεναν να ακουσουν τον ηχο της τρομπετας. κ τοτε, θα ορμουσαν απεναντι στον εχθρο! θα ορμουσαν να τον σκοτωσουν, ειτε με τη ξιφολογχη, ειτε ακομα με τα ιδια τους τα χερια! ο χρονος ομως δε κυλουσε, η αναμονη του ηχου της
τρομπετας ηταν ατελιωτη. ο Θανατος τους περιμενε καρτερικα, καθως οι στρατιωτες ηξεραν οτι δε θα ζησουν. οτι ηταν μια ματαιη μαχη, μια ματαιη μαχη στο ονομα του Βασιλια!
οι Στρατηγοι, περιμεναν να δωσουν το συνθημα για να ηχησει η τρομπετα. το συνθημα που θα σημαινε το οριστικο τελος αυτης της μαχης. θα σηκωναν το χερι ψηλα, μολις το κατεβαζαν, η τρομπετα θα ηχουσε. οι στρατιωτες, γεματοι λυσσα για τον εχθρο, θα ορμουσαν σα ζωα να τον κατασπαραξουν.

η ωρα πλησιαζε, οι καρδιες των στρατιωτων ακουγονταν τωρα. κ οι δύο πλευρες περιμεναν να δουν τους Στρατηγους τους να σηκωσουν τα χερια, να δωσουν το συνθημα της τελικης μαχης!
οι Στρατηγοι, ηταν πανομοιοτυποι. φορουσαν τα ιδια ρουχα, ηταν καβαλα σε ασπρα αλογα, ηταν το ιδιο ανεκφραστοι! ολοι, τους κοιτουσαν, περιμενωντας το τελικο συνθημα. περιμενοντας να πεθανουν για το Βασιλια!

με μια συγχρονισμενη κινηση, οι Στρατηγοι κρατησαν στα χερια τους τα σπαθια τους. μολις τα σηκωναν στον αερα, η τρομπετα θα ηχουσε για τελευταια φορα.  τοτε, θα αρχιζε η τελικη μαχη, τοτε θα αρχιζε ο τελικος Θανατος! τωρα, ολοι οι στρατιωτες ηταν ετοιμοι να σκοτωσουν, ετοιμοι να σκοτωθουν!

οι Στρατηγοι ομως, αφησαν τα σπαθια τους απο τα χερια. με συγχρονισμενες κινησεις, ξεπεζεψαν απο τα αλογα τους. κ οι δύο, πηραν μια θηκη απο τις σελες τον αλογων τους. με στρατιωτικη πειθαρχια στο βηματισμο τους, αρχισαν να προχωραν στη μεση των δύο χαρακωματων. οι στρατιωτες εκπληκτοι τους κοιτουσαν. παντου τωρα επικρατουσε απολυτη ησυχια. ουτε οι αναπνοες των στρατιωτων δεν ακουγονταν. οι Λοχαγοι, αφου εφτασαν στη μεση των χαρακωματων, σταματησαν. εντελως συγχρονισμενα, σα να τους κατευθηνε μια μουσικη που κανείς δε μπορουσε να ακουσει. γυρισαν κ κοιταξαν ο ενας τον αλλο. μετα απο λιγο, αρχισαν με τον ιδιο βηματισμο να προχωρανε μπροστα. μεχρι να βρεθουν προσωπο με προσωπο. οταν εφτασαν κοντα, κοιταχτηκαν στα μάτια. ειχαν το ιδιο παγερο κ ανεκφραστο βλεμμα. χωρις να πουν κουβεντα, ανοιξαν τη θηκη. με τον ιδιο ρυθμο, εβγαλαν απο μεσα ενα κομματι ξυλο, κ ενα λευκο πανι! εδεσαν το πανι στο ξυλο. υστερα το καρφωσαν στο εδαφος. ηταν λευκη σημαια! οι δύο Στρατηγοι, αποφασισαν να παραδοθουν! αποφασισαν να μη πεθανουν στο ονομα του Βασιλια τους! οι στρατιωτες, βουβοι τους κοιτουσαν. δεν ειχαν καμια αισθηση τωρα. ουτε της νικης, ουτε της ηττας, ουτε της Ζωης ή του Θανατου! αφου καρφωσαν τις λευκες σημαιες οι Στρατηγοι, εκαναν τρια βηματα προς τα πισω. ολες οι μεχρι τωρα κινησεις τους ηταν ιδιες. σα μια χορογραφια, σα μια χορογραφια, που κανείς δεν ηξερε πως θα τελιωσει! κανείς, εκτος απο τους Στρατηγους!

στο κεντρο της μαχης, με τα ματια των στρατιωτων καρφωμενα επανω τους, οι δύο Στρατηγοι ηταν τωρα οι πρωταγωνιστες! με τις ιδιες ακριβως κινησεις, εβγαλαν τα οπλα τους. τα κρατησαν στα
χερια. σε λιγα δεπτερολεπτα, ο ενας θα εδινε το οπλο του στον αλλον. κ η μαχη, η μαχη που θα γινοταν στο ονομα του Βασιλια, δε θα τελειωνε ποτέ! με τα οπλα στα χερια, οι δύο Στρατηγοι κοιταχτηκαν παλι στα ματια. κανείς δε ξερει τι μπορει να σκεφτοταν, κανείς δε ξερει ποια αισθηματα
ειχαν μεσα τους! θαρρος, που διαλεξαν να ζησουν? ή μηπως δειλία που φοβηθηκαν να πεθανουν?
οι Στρατηγοι ομως ηξεραν! ετσι, σηκωσαν τα οπλα τους ακουμπωντας τις καννες στους κροταφους τους! ενας πυροβολισμος ακουστηκε. οι δύο στρατηγοι, πανομοιοτυπα (οπως εκαναν μεχρι τωρα) επεσαν στο εδαφος.

κανείς ποτέ δεν βρηκε τους στρατιωτες. κανείς ποτέ δεν εμαθε που εγινε αυτη η μαχη. ενα πτωμα μονο βρεθηκε, με σημαδι στο κροταφο του. ενα παγωμενο πτωμα, που στο χερι του κρατουσε σφιχτα ενα περιστροφο!


Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

"...αμόκΑ αιεθάπσορΠ αιΜ"

Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν λίγο πνιγηρή. Ακόμα και ο φωτισμός ήταν λειψός ή έτσι, τελοσπάντων, τον ένιωθε. Το τσάι δίπλα του άχνιζε, μύριζε ρόδο. Προορισμένο για να τον ηρεμίσει λίγο, αλλά ήταν σίγουρος πως δεν θα είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Κοίταξε την ημερομηνία απέναντι και οι παλάμες του ίδρωσαν. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι άφησε το κεφάλι να γύρει πίσω, κλείνοντας τα μάτια. Η βοή τον έκανε να αναπηδήσει. Το δωμάτιο φωτίστηκε, λες και ήταν μέρα. Κοίταξε από το παράθυρο και ειδε τον ουρανο συννεφιασμενο. σε λιγο θα βραδυαζε, δεν ειχε πολυ ωρα μπροστα του. επρεπε να προλαβει. επρεπε να προλαβει να σπασει το χρονο, να τον νικησει για λιγο. ηταν το τελευταιο πραγμα που ηθελε να κανει. ηταν μια ανιση μαχη, αλλά η τελευταια που θα χρειαζοταν να δωσει. 
σηκωθηκε απο το κρεβατι του, αφησε οσους ηταν γυρω του μονους, στις φωνες τους, στα τραγουδια τους. χωρις να πει λεξη σε κανεναν βγηκε τρεχωντας στο δρομο. περνουσε αναμεσα απο το κοσμο, ετρεχε αντιθετα απο αυτους. το πληθος περπατουσε με μηχανικο βηματισμο, ανεκφραστο.
εκεινος ηταν μια μικρη αναρχια αναμεσα στην ισορροπια τους. στο δρομο του, περασε απο το γραφειο που δουλευε. ηταν η πρωτη δουλεια που ειχε πιασει, κ προσωρινη οπως ειχε πει στον εαυτο του. ομως ηταν ηδη τριαντα χρονων, το προσωρινο, ειχε γινει μονιμο. ειναι αυτες οι στιγμες που γινονται ωρες, κ που τελικα γινονται ολοκληρη ζωη! ειδε κοσμο μεσα, ειδε τους συναδελφους του να δουλευουν. δε σταματησε ομως να τους μιλησει. συνεχισε να τρεχει. καθως ετρεχε περασε απο τα σπιτια των φιλων του. τα ειδε μπροστα του, καθως ο Ηλιος τα φωτιζε. ειδε τους φιλους του να καθονται αμεριμνοι στις αυλες τους. ηταν ολοι μαζι με τις οικογενειες τους. κανείς τους δε τον προσεξε, ηταν σα να μην υπηρχε. ομως κ αυτος, δεν ηθελε να σταματησει. δεν ηθελε να τους
μιλησει. δεν ειχε χρονο, επρεπε να προλαβει. 
συνεχισε να τρεχει. ο Ηλιος γινοταν ολο κ πιο δυνατος. ενιωθε να του καιει το δερμα. περασε μπροστα απο το σχολειο του. ειδε τους παλιους του συμμαθητες να παιζουν στην αυλη. κοντοσταθηκε για λιγο. τους ειδε να γελανε αθωα, να μην εχουν καμια εγνοια. ηθελε να τους μιλησει, αλλά ηξερε οτι ηταν ματαιο. ενιωσε ασχημα, ενιωσε μια πίκρα. ενιωσε παλι την αισθηση της απωλειας των ονειρων του. δυστυχως η Μοιρα ειχε άλλα σχεδια για εκεινον. κ αυτος ηταν αδυναμος μπροστα της! ηταν η εποχη που ολα τα παιδια εκαναν ονειρα για το μελλον. εκεινος ομως, ηταν ο μοναδικος που εκανε ονειρα για το παρελθον! ειδε επισης τη πρωτη του κοπελα να καθεται μονη της στην αυλη. θυμηθηκε τη πρωτη φορα που της μιλησε. ηταν ακριβως στην ιδια θεση. ηταν η πρωτη του αγαπη, κ η μοναδικη. καθως τη κοιτουσε, η εικονα της κοπελλας αρχισε να θολωνει απο τα δακρυα στα μάτια του, που κυλουσαν στο προσωπο του. μακαρι να μπορουσε να της μιλησει! ποσο πολυ το ηθελε! ηξερε ομως, οτι κ αυτο, ηταν ματαιο! εξαλλου, ο χρονος τον πιεζε αφορητα. δεν ηξερε αν θα προλαβει. συνεχισε να τρεχει. να τρεχει ολο κ πιο γρηγορα! με οση δυναμη ειχε, ετρεχε!
ηθελε να προλαβει, πριν τον αλλαξει ο χρονος! επρεπε να φτασει στο τελος, στην αρχη. κ μετα, να γυρισει πισω. το αγχος του ηταν ηδη μεγαλο, ο Ηλιος συνεχιζε να τον καιει! οσο πλησιαζε στο τελος, (αυτο που εκεινος θεωρουσε αρχη), η προσπαθεια του γινοταν ακομα πιο δυσκολη! ειχε ομως μία ευκαιρια! μία ευκαιρια μονο! περασε μπροστα απο το παλιο δασακι. εκει που τωρα ειχαν κτιστει πολυκατοικιες. κάποτε, εκει επαιζε ποδοσφαιρο με τους φιλους του. μπορουσε ακομα να ακουσει τις φωνες τους, μπορουσε να ακουσει παλι τις διαφωνιες αν ηταν γκολ, ή αν δεν ηταν! τοτε εκανε ονειρα να γινει ποδοσφαιριστης. ονειρα που δε κρατησαν πολυ! αλλά αυτο δε το ηξερε τοτε, το εμαθε μετα απο λιγα χρονια. ο Ηλιος συνεχισε να τον καιει ολο κ πιο πολυ. ειχε κουραστει, οι δυναμεις του τελειωναν. ομως δεν ηταν μακρυα απο το προορισμο του.
ηθελε λιγο να φτασει μεχρι τη γωνια του δρομου, εκει που ξεκινησαν ολα! σιγα σιγα, εφτασε λοιπον μπροστα απο ενα μεγαλο σπιτι. ενα αρχοντικο ηταν, με μεγαλη αυλη κ δεντρα γυρω γυρω. η οικογενεια που ειχε το σπιτι ηταν πολυ πλουσια. ειχε μαλιστα κ δύο αγορια που αγαπουσε πολυ.
ειχαν φροντισει οι γονεις τους για να εχουν ενα καλο μελλον. μεχρι κ τα σχολεια που θα πηγαιναν ειχαν βρει! σε αυτη την οικογενεια λοιπον, η μητερα του Κ, τον ειχε αφησει στα σκαλια της εξωπορτας οταν ηταν μωρο. οχι επειδη ηταν μονη, ουτε επειδη ηταν πτωχη. αλλά επειδη πριν λιγες μερες της ειχε πει ο γιατρος της οτι δεν ειχε παραπανω απο δύο μηνες ζωης! ετσι, πιστεψε οτι αυτη η πλουσια οικογενεια θα μεγαλωνε το γιο της, τον μικρο Κ, χωρις να του λειψει τιποτα. 
εκανε ομως λαθος! η οικογενεια πραγματι πηρε το μικρο Κ μαζι της, αλλά ουτε τα δύο του αδερφια τον συμπαθησαν ποτε, ουτε ο πατριος του, κ δυστυχως ουτε η μητρια του! οταν ο Κ, εγινε δεκαπεντε χρονων, του ειπαν την αληθεια. του ειπαν οτι τον βρηκαν στην εξωπορτα, οτι δεν ηταν δικο τους παιδι! τοτε ο Κ, αποφασισε να φυγει απο το σπιτι κ να μη γυρισει ποτέ πισω. δεν εφυγε επειδη ηταν ξενος, οσο επειδη δεν ειχε ζησει καθολου καλα. το γεγονος ομως οτι δεν ηταν η οικογενεια του επαιξε μεγαλο ρολο στη φυγη του. ο κοσμος του, ειχε γκρεμιστει, το μονο που μπορουσε να κανει
ηταν αυτο που ορκιστηκε. να μη γυρισει ποτέ του πισω! τωρα ομως γυρισε! 
ηταν εξω απο το σπιτι που μεγαλωσε! γυρισε γιατι ειχε λογο να γυρισει. σημαντικο λογο! προχωρησε μεχρι τα σκαλια που οδηγουσαν στη πορτα του σπιτιου. ειδε απο εξω να βρισκεται ενα παιδικο καλαθι. μολις το ειδε αρχισε να κλαιει, δε μπορουσε να μη κλαψει! προσεκτικα σηκωσε το μικρο αγορι που ηταν στο καλαθι. το πηρε αγκαλια. πηρε αγκαλια τον εαυτο του! δε μπορουσε να ακουμπησει το μικρο, αλλά κ μονο που το ειχε στην αγκαλια του, ηταν αρκετο! του ψυθυρισε καποια λογια, του ειπε οτι παντα θα τον αγαπα, του ζητησε να τον συγχωρεσει που δεν εκανε τα ονειρα τους πραγματικοτητα! υστερα εφυγε. το σκοπο του τον ειχε καταφερει! ελπιζε κ ο εαυτος του να τον συγχωρουσε, αλλά αυτο δε το ηξερε! αρχισε να τρεχει τωρα προς τα πισω, επρεπε να προλαβει! το κρυο ομως ηταν αφορητο, δε μπορουσε να το αντεξει. προχωρουσε ολο κ πιο σιγα μεχρι που κουραστηκε. οι δυναμεις του τον εγκατελειψαν! ακριβως στη μεση της διαδρομης! καθησε στο παγωμενο πεζοδρομιο. τα δακρυα του θολωναν την εικονα του δρομου, την εικονα των ανθρωπων! μονο την ανασα του μπορουσε να ακουσει, τιποτα αλλο! 
ξαφνικα, ενας ζεστος αερας τον τυλιξε. τον σηκωσε ψηλα, πολυ ψηλα, κ με απιστευτη ταχυτητα τον πηγε στην αρχη. τον ξαπλωσε στο κρεβατι του. υστερα ο αερας χαθηκε. εκεινος εμεινε ξαπλωμενος, με τα μάτια κλειστα, με τα χερια σταυρωμενα στο στηθος του. τον αφησε στο τελος του, μεσα στην εκκλησια, με τους λιγοστους γνωστους, το λιβανι να μυριζει στην ατμοσφαιρα, τα λιγοστα αναμμενα κερια. ο καλος Θεουλης, εστω κ τη τελευταια στιγμη, βοηθησε το μικρο Κ!




Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

"υοτ ομΖοκ οτσ ςοτσακΕ"

-"εγω λεω να παρουμε αυτο δεξια" ειπε ο αντρας
-"μπα, δε μου αρεσει! αυτο στη γωνια, πως σου φαινεται?" ειπε η γυναικα
-"οχι, οχι, δε μου αρεσει καθολου! αυτο εδω μπροστα, σου αρεσει?"
-"δε νομιζω να ταιριαζει με το δωματιο" ειπε παλι η γυναικα
-"καλα, αποφασισε ομως, γτ το μαγαζι κλεινει, κ δε μπορουν να μας περιμενουν"
-"μισο λεπτο καλε! μη βιαζεσαι! δεν ειναι ευκολη αποφαση!"
-"παντα ετσι κάνεις! οταν ειναι να αποφασισεις, αργεις!" ειπε νευριασμενα ο αντρας
-"να! αυτο εδω αριστερα, πως σου φαινεται? βολικο δε δειχνει?"
-"δε ξερω, κανε οτι θες! εγω θελω την ησυχια μου!"
-"συγγνωμη, αυτο εδω, το εχετε σε αλλο μεγεθος? δειχνει πολυ μικρο"
  ρωτησε η γυναικα τη πωλητρια
 (εκεινη τη κοιταξε περιεργα, χωρις να τις απαντησει)
-"πω πω, δε μπορω να αποφασισω" ειπε παλι η γυναικα!
 (ο αντρας κ η πωλητρια, τη κοιταξαν νευριασμενα)
-"κοιτα" ειπε ο αντρας "ειναι το τελευταιο μαγαζι που ερχομαστε, αποφασισε επιτελους!"
-"αυτο εδω στη μεση, το εχετε σε πιο ανοικτο χρωμα?" ξανα ρωτησε η γυναικα τη πωλητρια
 (εκεινη δε τις απαντησε)
-"λοιπον ενταξει, θα παρουμε αυτο εδω, που βρισκεται στη μεση! πότε θα ειναι ετοιμο?" ειπε  
  η γυναικα
-"συμπληρωστε αυτα τα χαρτια, κ περαστε αυριο την ιδια ωρα" ειπε νευριασμενη η πωλητρια
 -"α! κ κατι τελευταιο, εγγυηση εχει?" ρωτησε η γυναικα
 (η πωλητρια με κοπο κρατησε τα νευρα της κ δε της απαντησε)
 το ζευγαρι υπεγραψε τα χαρτια, κ εφυγε ευτυχισμενο! υστερα απο τοσο κοπο, επιτελους,
 διαλεξαν ποιο μωρο θα υιοθετησουν!

 (μομφή, σε οσους δε θελουν να υιοθετησουν παιδια)

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

"ςετχάτΣ"

θα φυσηξω τις Σταχτες Μου
Συννεφα θα τις κανω
τον Ηλιο θα κρυψω
Σκοταδι να φερω
Νερο δε θα ριξω
Ζωη να μη Γεννησω

...Ειμαι ο γιος του Θεου Μου
   Ειμαι ο Πατερας Μου....


Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

" ...ιαμίΕ ιτάΚ"

"καλημερα σας κυρία. το πρωινο σας ειναι ετοιμο. να σας το φερω στο σαλονι?"
"καλημερα Κέι Πί, αστο εδω, μπροστα στον υπολογιστη"
αφησα το πρωινο μπροστα στον υπολογιστη. σιγα σιγα πηγα στο δωματιο της μικρης. μολις μπηκα μεσα, εβαλα την αγαπημενη της μουσικη να τη ξυπνησει. αφου σηκωθηκε, πηγα να ετοιμασω το πρωινο της.

καθισαν να φανε ως συνηθως. η μητερα εμπρος στον υπολογιστη, η μικρη της κορη εμπρος στη τηλεοραση. ο πατερας, δεν ηταν σπιτι. ειχε φυγει πριν δύο χρονια για δουλειά, (οπως ειχε πει η μητερα στη κορη). τωρα, ηταν μονο η μητερα, το μικρο κοριτσι, κ ο Κέι Πί, εγω δηλαδη! 
εγω, ειμαι ρομποτ τελευταιας τεχνολογιας. σκοπος μου ειναι να υπηρετω τους ανθρωπους. εχω προγραμματιστει για τρεις βασικες εντολες. οχι, δεν εχω αισθηματα. δε ξερω τι ειναι αυτα που απασχολουν το ανθρωπινο ειδος.

βρισκομαι σε αυτη την οικογενεια εφτα μηνες τωρα. καθημερινα, μητερα κ κορη κανουν το ιδιο προγραμμα. το ιδιο κ εγω. μονο τα σαββατοκυριακα φευγουν το πρωι για τρεις περιπου ωρες. μετα τις βλεπω να γυριζουν με τα ματια τους κοκκινα. δε ξερω γιατι, αλλά καθε σαββατοκυριακο αυτο
συμβαινει. οπως σημερα που ειναι Κυριακη, σε λιγο θα φυγουν παλι για το ιδιο μερος. παρατηρω τη μητερα καθως κοιταει διάφορες φωτο στον υπολογιστη. καθε λιγο σκουπιζει τα ματια της. η μικρη βλεπει τηλεοραση. κ οι δύο τους, εχουν κατι παραξενο στο βλεμμα τους. υστερα απο λιγο, παιρνει τη κορη της αγκαλια κ φευγουν. θα γυρισουν σε τρεις ωρες, οπως παντα.

για καποιο λογο που δε μπορω να εξηγησω, πηγαινω μπροστα στον υπολογιστη της. θελω να δω τι κοιτουσε. θελω να δω γιατι τα ματια της ηταν υγρα. ανοιγω τον υπολογιστη, βλεπω αυτα που κοιταει καθε σαββατοκυριακο η μανα. φωτογραφιες! φωτογραφιες εκεινης, της κορης της, κ ενος μελαχρινου τυπου. υπαρχουν πολλες φωτο, σε ολες γελανε ανεμελα, σε ολες δειχνουν ευτυχισμενοι. σε γενεθλια, στην αυλη, στο παρκο, παντου! οπως τις κοιτω, ακουω τα κυκλωματα μου να βγαζουν
περιεργο ηχο. αρχιζω να νιωθω παραξενα, κ ας μη ξερω τι σημαινει να νιωθεις. οσο περισσοτερες φωτο βλεπω, τοσο ακουω παραξενους θορυβους μεσα μου. μερικες στιγμες, η οραση μου θολωνει, μερικες φορες κλεινει για λιγο. εξακολουθω να κοιτω τις φωτο, χωρις να ξερω το λογο. τι μπορει να καταλαβει κανείς μεσα απο φωτο? προφανως τιποτα, εγω ομως ειμαι ρομποτ, δε ξερω απο αυτα.

ξαφνικα σηκωνομαι ορθιος. νιωθω περιεργα! θελω να δω τη μητερα κ τη κορη! θελω πολυ να τις δω! πηγαινω προς τη πορτα περιμενω να ερθουν. παιρνω στα χερια μου τη μικρη κουκλα της κορης, κ τη τσαντα της μητερας. τα κραταω σφιχτα. μεσα μου αστραφτει, ακουω παραξενους ηχους. τα ματια μου θολωνουν, μερικες φορες χανω την εικονα. περιμενω να γυρισουν, θελω να τις δω!

υστερα απο ωρα, γυρισαν σπιτι. μολις μπηκαν μεσα, ειδαν το προσωπικο τους ρομποτ να στεκεται ακινητο με τα ματια ανοικτα. στα χερια του κρατουσε σφιχτα μια κουκλα της μικρης, κ τη τσαντα της μητερας.
πλησιασαν το ρομποτ. εκεινο, μυριζε καμμενα καλωδια.




Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

"υοΜ ηκήθαιΔ Η"

μια τελεία αφηνω
μια τελεία,
πιο μικρη απο ενα γραμμα
πιο μικρη απο εναν αριθμο
μια κουκιδα,
χαμενη σε λαβυρινθο αφηνω
γραμμενη σε χαρτοπετσετες
γραμμενη σε παγωμενα πεζοδρομια.
μια τελεία,
που θα πατησετε ολοι πανω της
με τα λασπωμενα σας παπουτσια.
αυτη η τελεία,
ημουν καποτε Εγω.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

"ςολκυκόραγγεΦ"

καθομουν στη παραλια μονος. σε λιγο θα βραδυαζε, κ εγω ηθελα να δω τη πανσεληνο, το γεματο φεγγαρι. ηθελα να το δω να καθρεπτιζεται στη θαλασσα. εχω ακουσει διάφορες ιστοριες για τη πανσεληνο. μερικοι τη λενε κ φεγγαροκυκλο. συνηθως η πανσεληνος επηρρεαζει τους ανθρωπους. υπαρχουν πολλες ιστοριες σχετικα με αυτη. βεβαια δε τις πιστευω, θεωρω πως ειναι για μικρα παιδια ή για τους αδαεις αυτες οι ιστοριες. εγω εξαλλου, ειμαι καθηγητης μαθηματικων, δε γινεται να παρασυρομαι με αυτα. η ηρεμια της παραλιας, ο απαλος ηχος των κυμματων, με εκανε να αισθανομαι ομορφα. να ξεχναω τη καθημερινοτητα, να ξεχναω το θορυβο που συχνα πυκνα ειχα στο κεφαλι μου. αποψε ομως, θα ειχα κατορθωσει να δω τη πανσεληνο απο το σημειο που ηθελα. αποψε θα τα καταφερνα. αυτο κ μονο, μου ηταν αρκετο. αναψα ενα τσιγαρο, μου αρεσει να καπνιζω οταν ειμαι μονος. δυστυχως, ειμαι καθε μερα μονος. ο μονος κοσμος που βλεπω ειναι στο σχολειο. οι μαθητες μου, οι φιλοι μου οι καθηγητες κ ...κανενας αλλος. πριν χρονια, συζουσα με μια κοπελλα, ειχαμε κανονισει να παντρευτουμε. ξαφνικα ομως, πριν δύο μηνες με παρατησε, εφυγε απο το σπιτι, κ δε την ειδα ποτέ. θυμαμαι ακομα το σημειωμα που μου ειχε αφησει. για την ακριβεια, το εχω παντα μαζι μου, στη μεσα τσεπη απο το σακακι μου, αυτη που βρισκεται στο υψος της καρδιας.

 "αγαπημενε μου Κ, δεν αντεχω αλλο μαζι σου. φευγω κ δε θα γυρισω παλι. πηγαινε σε παρακαλω σε ενα γιατρο, μη το αμελεις αλλο. σε φιλω, η Μ σου".

απο τοτε, ο θορυβος στο κεφαλι μου ηταν ολο κ πιο συχνος, ολο κ πιο εντονος. φυσικα κ δε πηγα στο γιατρο, εξαλλου, ειμαι μια χαρα. ομως η φυγη της, ειναι κατι που δε μπορω να ξεχασω. κοιταω παντα γυρω μου μηπως τη δω πουθενα. στο δρομο, στο λεωφορειο, ακομα κ μεσα στη ταξη κοιταω, ευχομαι να τη δω. κ τωρα, εδω σε αυτη την ερημη παραλια, ευχομαι να τη δω. ευχομαι να μου χαμογελασει, να ερθει στην αγκαλια μου, να δουμε μαζι το φεγγαροκυκλο. ξαφνικα, οπως ημουν βυθισμενος στις σκεψεις μου, με το θορυβο στο κεφαλι μου να γινεται ολο κ πιο δυνατος, ειδα καποιον να κολυμπαει μεσα στη θαλασσα. κολυμπουσε καπως παραξενα, δεν ειχα δει ανθρωπο να κολυμπαει ετσι. τον κοιταξα καλυτερα, καταλαβα οτι δε κολυμπουσε. καταλαβα οτι πνιγοταν! αμεσως βουτηξα στη θαλασσα, μονο τα παπουτσια μου εβγαλα, κ αυτα απο ενστικτο, οχι απο σκεψη. κολυμπησα γρηγορα, επρεπε να τον φτασω πριν πνιγει. μολις τον πλησιασα, αρχισε να φωναζει πιο δυνατα. χτυπουσε με τα χερια του το νερο, χτυπουσε εμενα. δε μπορουσα να τον πιασω. πανω που τα καταφερνα, βυθιζοταν στη θαλασσα. προσπαθησα αρκετα, καταφερα να τον γυρισω, κ κρατωντας τον με το ενα χερι κολυμπουσα με το αλλο προς την ακτη. με δυσκολια τον εβγαλα στη παραλια. εκει, ειχε μαζευτει κοσμος. κοσμος που φωναζε. δε ξερω τι φωναζε, δε μπορουσα να τον ακουσω. δε ξερω γιατι η αστυνομια με συνελαβε. του εσωσα τη ζωη, δε τον επνιξα. ξερω μονο, οτι αυτος ο θορυβος στο κεφαλι μου, επιτελους ειχε σταματησει.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

"ςειεθήνυΣ"

ζουσαν
με το φοβο του χειμωνα
το καλοκαιρι
ηταν ολη μερα εξω
οταν χειμωνιαζε
στις ηλιολουστες μερες
εβγαιναν παλι εξω
ετσι περνουσε ο καιρος
μονο που το καλοκαιρι ηρθε
κ εμεινε για παντα
κ αυτοι,
εξακολουθουσαν να φοβουνται το χειμωνα.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

"ςίεναΚ ιενάθεΠ αν ίεροπΜ εδ υοτ αίχυσΗ νητ εμ ετύΟ"

βρισκομαι στο κρεβατι ξαπλωμενος. οχι ακριβως σε κρεβατι που θα ηθελα, αλλά σε κρεβατι νοσοκομειου! ειμαι σε θαλαμο, οχι ακριβως σε θαλαμο που θα ηθελα, αλλά σε θαλαμο εντατικης! η δεσποινις ατυχια μου, ηταν παλι εδω! ο λογος που βρεθηκα εδω, ειναι διοτι ειχα μια αψιμαχια με
καποιους...αστυνομικους! για την ακριβεια με πυροβολησαν στον ωμο κ στη κοιλια. να πω οτι δε ξερω το λογο? τον ξερω δυστυχως!
ο λογος λοιπον, ειναι οτι ειμαι ληστης τραπεζων! εδω κ πολλα χρονια, εχω βρει αυτο το τροπο να βγαζω τα προς το ...ευ ζειν! πρεπει να εχω κανει περιπου 20 ληστειες, κ ολες πηγαν μια χαρα! (εκτος απο τη τωρινη ...γμτ!). τα λεφτα που κερδιζα με τον ιδρωτα ...των υπαλληλων μπροστα
στη θέα του οπλου μου, τα εκανα επενδυσεις. τα επενδυα στα δύο "Μπου". (ητοι ..."Μπουρδελα" κ "Μπουζουκια"!). 
οχι, δεν ειχα ακριβο σπιτι, ουτε ακριβο αυτοκινητο. αρεσκομουν στα λιγα! παρολα αυτα, ειμαι καλος
ανθρωπος. μπορει να ληστευω τραπεζες, αλλά ειμαι εντιμος στη ζωη μου. ποτέ δεν εχω φερθει ασχημα σε συνανθρωπο μου, κ πολλες φορες βοηθουσα κοσμο (ειτε φανερα, ειτε κρυφα). αυτο διοτι δε μου αρεσει η όποια δημοσιοτητα,  επειδη ειμαι ταπεινος ανθρωπος. επισης, οσες φορες "ετυχε" να
βρεθω απεναντι σε αστυνομικους, πυροβολουσα πανω απο τα κεφαλια τους (εξαλλου, παντα εκεινοι ξεκινουσαν τους πυροβολισμους, ποτέ μου δεν ειχα ακουσει τη φραση: "σταματα αλλιως πυροβολω". ισως να φταιει κ το κρανος που φορουσα, αλλά η ουσια ειναι οτι δε την ειχα ακουσει!).
θεωρουσα τον εαυτο μου εντιμο ανθρωπο, που απλά, που κ που, ληστευε τραπεζες! σιγα το πραγμα! 
ηξερα οτι ειμαι καλος, ηξερα οτι βοηθουσα κοσμο, ηξερα οτι τους βοηθουσα γιατι ηθελα να ειναι καλα! οχι, ποτέ μου δε το εκανα για να παω στο ...Παραδεισο! δε πιστευα πως μετα θανατον υπαρχει ουτε Παραδεισος, ουτε Κολαση, (καλα το τραγουδησες δεσποινις Μοσχολιου!). ομως τωρα, βρισκομενος στην εντατικη, ακουγοντας το μηχανημα να κανει ηχο τους κτυπους της καρδιας μου,
ηξερα οτι θα πεθανω. δε σκεφτηκα ουτε τη μεχρι τωρα ζωη μου, ουτε τιποτα. εξαλλου, μονος μου ημουν παντα. δεν εκανα οικογενεια. παρολα αυτα, ειχα μια αγωνια για το τι θα συναντησω μολις πεθανω! Παραδεισο? Κολαση? ή τιποτα απο αυτα? δεν ειχα παρα να περιμενω λιγο, αφου ακουγα
το μηχανημα να κτυπαει ολο κ πιο αργα. σε λιγο θα ειχα φυγει. 
προς στιγμην αγχωθηκα, σκεφτηκα μηπως εχω αφησει ανοικτο το ...θερμοσιφωνα!
ευτυχως οχι! μετα απο λιγα δεπτερολεπτα, ακουσα ενα μονοτονο ηχο! αυτο
ηταν! εφευγα! ενιωσα το κορμι μου να αιωρειται, να ειναι παναλαφρο! ενιωσα να ανεβαινω στα συννεφα, να περναω αναμεσα τους, κ να κανω το ιδιο σε οσα συννεφα βρηκα μπροστα μου. (παραξενο, λογικα θα επρεπε να εχω βγει στο ...διαστημα, αλλά τι να πω! πρωτη μου φορα πεθαινω, δεν ηξερα!). μετα απο αρκετη ωρα, εφτασα σε ενα φωτεινο μερος. το μονο που με ενοιαζε, ηταν ποιο ηταν αυτο το μερος. κ ουτε στιγμη δε μου περασε απο το μυαλο μου η σκεψη περι Παραδεισου ή Κολασεως. κ ομως! μπροστα μου ειδα μια ταμπελα σε σχημα βελους να δειχνει δεξια. πανω της εγραφε: "Παραδεισος στα 100μετρα"! τι χαρα! τι μεγαλη χαρα! ημουν στο Παραδεισο! παρολι τη
γκαντεμια που ειχα στη ζωη μου (το θεμα των ληστειων το αποδιδω στην ...εξυπναδα μου, κ ουχι στη δεσποινις Τυχη), ο καλος Θεουλης (μεταξυ μας, δεν ειμαι θρησκος αλλά ...δε προκειται να του το πω) ειχε καταλαβει οτι ειμαι ...αδαμάντινος χαρακτηρας! εξαλλου δουλειά του ειναι! να ξεχωριζει τους καλους απο τους κακους! 
καθως εφτασα στη πυλη του Παραδεισου, ειδα πολυ κοσμο συγκεντρωμενο απο εξω. ισως επειδη
μισω να περιμενω στις ουρες, ισως λογω ...συνηθειας, πηγα να φωναξω την αγαπημενη μου φραση: "ακινητοι, ληστεια"!! ευτυχως δε την ειπα!
αφου εκατσα κ περιμενα αρκετη ωρα, σκεπτομενος οτι εν ετει 2012 ο Παραδεισος πως γινεται να μην εχει μηχανοργανωση κ υπολογιστες, παρα να κανει ολη τη δουλειά στο χερι, εφτασε η σειρα μου! εκατσα μπροστα στυ πυλη, απεναντι απο ενα τυπο με ασπρα ρουχα, ασπρα μουσια κ μαλλια. "ο Αγιος Πετρος θα ειναι" σκεφτηκα, αλλά δε τον ρωτησα. εκεινος, αφου με κοιταξε, με ρωτησε το ονομα μου.
-"Κ.Π. με λενε" του απαντησα
-"Κ.Π." ειπε εκεινος κ κοιτουσε τα χαρτια του.
-"Κ.Π" συνεχισε να μουρμουραει.
 αφου κοιταξε δύο φορες τα χαρτια του, μου λεει: "λυπαμαι, αλλά δε σας βλεπω στο καταλογο"
-"πως ειπατε???" τον ρωτησα
-"λεω, δεν ειστε στο καταλογο" μου ειπε με ακομα πιο σοβαρο υφος!
-"μα πως ειναι δυνατον? αφου εδω ηρθα, πως μπορει να εγινε λαθος?
  κοιταχτε καλυτερα σας παρακαλω" του ειπα οσο πιο ευγενικα μπορουσα.

αρχισε παλι να κοιταει τα χαρτια του. υστερα απο λιγο με ρωτησε πως λενε τους γονεις μου. του ειπα κ συνεχισε να ψαχνει. να μη πολυλογω νεκρος ανθρωπος, δε με εβρισκε στο καταλογο! εγω τοτε, σα κλασσικος (νεο)Ελληνας αρχισα να φωναζω! προσπαθησε μιλωντας μου ευγενικα να με ηρεμησει! αλλά, εγω παλι σα κλασσικος (νεο)Ελληνας, ζητουσα να δω τον υπευθυνο! ηθελα να μου φωναξει το αφεντικο του! (...τρομαρα μου!!).

εκεινος τοτε, σηκωσε το ακουστικο απο ενα πολυ παλιο τηλεφωνο, κ πηρε το Θεο! δε καταλαβα τι ελεγαν, μαλλον του φωναζε ο Θεος επειδη τον ξυπνησε μεσημεριατικα! μολις εκλεισε το τηλεφωνο, μου ειπε να περιμενω. πραγματι, υστερα απο λιγο ηρθε ο Θεος! δε θα χαρακτηρισω τι φορουσε, γιατι τοτε θα παω σιγουρα στη Κολαση! (φαντασια εχετε, βαλτε την να Λουλεψει!). αρχισε λοιπον  ο Θεος να κοιταει το καταλογο, να με ρωταει πότε γεννηθηκα κ άλλα. αφου απαντησα σε ολες τις ερωτησεις, προσπαθωντας να μεινω ψυχραιμος, κ να μη νιωθω σα νεοσυλλεκτος φανταρος παλι, κ ο Θεος μου ειπε οτι δεν ειμαι στο καταλογο! αρχισα να φωναζω (οχι, δεν εβρισα, εξαλλου ποτέ μου δε βριζω), μεχρι που ακουσα το Θεο να μου λεει: "ρε δε πας στο Διαολο??". δε καταλαβα αν  τσατιστηκε, ή αν το εννοουσε. ομως, αρχισα να νιωθω το κορμι μου (ή τη ψυχη μου? δε μπορουσα να διακρινω) να ιπταται. πετουσα παλι, οπως πριν! ημουν στον αερα οπως πριν, μονο που τωρα η πορεια μου ηταν
...καθοδικη! βεβαια, πανω που πιστεψα οτι δεν ειμαι πια ατυχος, διαψευτηκα! μετα απο αρκετη ωρα ...πτησης, το περιβαλλον γινοταν ολο κ πιο σκουρο, μεχρι που εγινε μαυρο!
προσεξα μια ταμπελα σε σχημα βελους να δειχνει αριστερα. πανω ηταν γραμμενα με νεον φωτιζομενα γραμματα που αναβοσβηναν η φραση: "Κολαση 100μετρα". αυτο ηταν τελικα! τζαμπα η χαρα μου, τζαμπα κ η ταλαιπωρια ανεβα κατεβα! κ βεβαια, ειχε κοσμο, κ μαλιστα περισσοτερο απο οτι στο Παραδεισο! εδω ομως, τα πραγματα ηταν πιο ...συγχρονα! πηρα απο το ειδικο μηχανημα τον αριθμο μου, κ περιμενα τη σειρα μου! οπως κανουν στις τραπεζες δλδ, αν κ εγω ποτέ δε το ειχα κανει ως τωρα! καλλιο αργα λοιπον! μετα απο ωρα, εφτασα στην εισοδο. εβλεπα στο βαθος ενα εντονο κοκκινο φως! κ δυστυχως, δεν ηταν φως απο ...μπουρδελο, ουτε φως απο ...μπουζουκια! ηταν η Κολαση! με σταματησε λοιπον ενας τυπος (ας μη πω στο κοπο να τον περιγραψω, βαλτε τη φαντασια σας να Λουδεψει), με ρωτησε το ονομα μου. του το ειπα, κ κοιταξε το ...μενου! (οοκ, το καταλογο κοιταξε!!)
ομως, κ αυτος, δε μπορουσε να με βρει!! αρχισα να του λεω που γεννηθηκα, τον αριθμο ταυτοτητας κλπ, αλλά παλι δε με εβρισκε! αρχισα να νευριαζω, αυτοι που περιμεναν τη σειρα τους αρχισαν να φωναζουν! οοκ, δε βιαζομουν να μπω, αλλά αφου με εδιωξαν (ακομψα μπορω να πω) απο το Παραδεισο, που αλλου θα μπορουσα να παω?? ειχα μια μεγαλη απορια! ο νταβατζης λοιπον, εμμμ ...ο πορτιερης ηθελα να πω ....γμτ!!!!! ο υπευθυνος της Κολασεως εν τελει,  αρχισε να με ψαχνει στον υπολογιστη! ουτε εκει με βρηκε (κ ας λενε οτι η τεχνολογια βοηθαει! ...τρομαρα τους!). αρχισα παλι να φωναζω, κ τελικα ηρθε ο ...υπευθυνος!  (δε χρειαζεται να τον περιγραψω, αλλά ειναι γαμω τα παιδια!). αφου ρευτηκε δυνατα, κ αφου εβρισε τη τυχη του που τον σηκωσαμε απο ...κατι σαν οργιο αν ακουσα καλα, αρχισε να ψαχνει κ αυτος στον υπολογιστη. τιποτα ομως! το ονομα μου δεν ηταν πουθενα!
σηκωθηκε, "ευγενικα" μου ειπε πως δεν εχουν το ονομα μου, κ πως μπορω να παω στο ...Διαολο! μετα βλαστημωντας κ ξυνοντας συγκεκριμμενο σημειο του ...σωματος του (μη με ρωτησετε ποιο, φαντασια εχετε, βαλτε την να Λουδεψει!), αρχισε να χανεται στο βαθος της Κολασης! μονο αυτο προλαβα να δω, οπως κ τη πυλη να κλεινει με δυναμη στα μουτρα μου!
"κ τωρα? τι θα κανω τωρα? τι θα ...απογινω ο καψερος?" σκεφτηκα. αρχισα παλι να πεταω, μεχρι που εφτασα σε ενα σημειο κ ...σταματησα! ενα σημειο στο πουθενα! ενα σημειο, που ημουν μονο εγω! μπορουσα μονο να βλεπω απο πολυ μακρυα, ανθρωπους να ανεβαινουν προς τα πανω, κ αλλους να κατεβαινουν προς τα κατω. κ εγω εκει! σε ενα σημειο! μονος! εντελως μονος! η δεσποινις ατυχια μου ειχε ξεπερασει τα ορια της! ρε γμτ, ετσι θα μεινω για μια ...ζωη? ή για ...πολλες? χωρις να το σκεφτω, πηρα μια βαθια ανασα. μαζεψα οσο πιο πολυ αερα μπορουσα, κ μετα ξεφυσηξα δυνατα! αφου δεν ειχα θεση ουτε στο Παραδεισο, αλλά ουτε κ στη Κολαση, αποφασισα να ...ζησω για παντα! καθολου δε με χαλουσε αυτο! κ πραγματι, μετα απο λιγο, ακουσα το μηχανημα της καρδιας μου να χτυπα! τι ομορφος ηχος! τι ομορφος! κ οχι μονο αυτο, αλλά επιτελους, ειχα νικησει την ατυχια μου! ημουν τρισευτυχισμενος! αλλά ...οχι για πολυ! (γμτ, κ ξανα γμτ!!). οχι για πολυ, διοτι ακουσα το γιατρο να φωναζει: "τον χανουμε! τον χανουμε" !! κ πραγματι, με ...εχασαν!

η δεσποινις ατυχια, με ειχε κερδισει παλι! κ μαλιστα ...πανηγυρικα! για την ακριβεια, για ολη την αιωνιοτητα, κ ακομα παραπανω! βρεθηκα λοιπον ξανα στο σημειο που ημουν πριν απο λιγο! στο τιποτα! στη κουκιδα μου! μονος! να κοιταω απο πολυ μακρυα ανθρωπους να ανεβαινουν, κ  ανθρωπους να κατεβαινουν!

παλι καλα που δε φορουσα ρολόι, θα μου εσπαγε τα νευρα να κοιταω το χρονο!

(αν πω οτι αυτη η ιστορια ειναι αληθινη, δε θα με πιστεψει κανεις, οπότε ...δε το λεω!!)




Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

"ώγΕ"


ηταν βραδυ, εβρεχε δυνατα. ετρεχα, οχι για να μη βραχω,
αλλά επειδη καποιος με κυνηγουσε. εφτασα στο παλιο σπιτι, εκει οπου
ειχα γεννηθει. μπηκα γρηγορα μεσα, ανεβηκα στο πανω οροφο. κρυφτηκα
σε ενα δωματιο. στα χερια μου κρατουσα σφιχτα το μαχαιρι. ακουσα την
εξωπορτα να ανοιγει. ειχε ερθει! ακουσα τα βηματα του στη σκαλα. τον
ειδα αμυδρα καθως ανοιξα λιγο τη πορτα. ειδα τη λαμψη της αστραπης
πανω στο μαχαιρι που κρατουσε. τον ακουσα να ανοιγει τη πρωτη πορτα,
μετα τη δευτερη. σε λιγο θα εφτανε σε μενα. ειδα το πομολο να γυριζει,
ειδα τη πορτα να ανοιγει. χωρις να το σκεφτω, καρφωσα αμεσως το
μαχαιρι μου στη κοιλια του. επεσε κατω, στο φως της αστραπης ειδα το
προσωπο του. ημουν εγω! κοιταξα το πουκαμισο μου, ηταν γεματο αιματα.
ξαπλωμενος στο πατωμα, ειδα ενα τον εαυτο μου να κραταει ενα κοκκινο μαχαιρι,
να με κοιτα! μου χαμογελασα, κ εκλεισα τα ματια μου.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

"ςομόρΔ οράγισΤ ανΕ"

στο αναμμα του τσιγαρου
γεννηθηκα
στη πρωτη τζουρα
φυσηξα με καπνο
τα παιχνιδια μου
στη δευτερη
τις φωτογραφιες μου
με τη τριτη τζουρα
φυσηξα το καπνο
στους φιλους μου
στη τεταρτη
στα ονειρα μου
στη πεμπτη
αφιερωσα το καπνο
στη πίστη μου
στην εκτη
φυσηξα το καπνο
στη κοπελα που αγαπησα
στην εβδομη
εσβησα το τσιγαρο
μαζι του
εσβησα κ εγω

"μπαμπα, εγω οταν μεγαλωσω θα καπνιζω?" 

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

"νόνιθηλΑ οτ ςώΦ οΤ"

επιτελους ξημερωσε!
υστερα απο μια αγχωτικη νυκτα, ηρθε επιτελους η μεγαλη στιγμη! ομολογω οτι ημουν αγχωμενος, βλεπετε ...ηταν η πρωτη μου! η πρωτη μου φορα ...εννοω! καταλαβαινετε πιστευω, δε χρειαζεται να γινω πιο συγκεκριμμενος! αλλά ...για το φοβο των Ιουδαιων, ας γινω πιο σαφης. σημερα εφτα η ωρα το πρωι, θα εκανα τη πρωτη μου κ προγραμματισμενη (εδω κ καιρο) ...εγχειρηση!
βεβαια, τι αλλο θα μπορουσε να ηταν? καμια ...χοτ κορασιδα να με Μεριμενει? οχι γμτ! εξαλλου, ειμαι Μαντρεμενος εδω κ ...δύο μερες! (ασχετα αν συζουμε μαζι κοντα δεκα χρονια).

παρολα αυτα, δεν ηθελα να απογοητευσω κανεναν, ειδικοτερα το γιατρο μου, που ειναι τυπάς με ολη τη σημασια της εννοιας! οπως επισης ουτε τις νοσοκομες (παροτι καμια δεν ηταν ιδιαιτερα ...χοτ!). επισης, να μη ξεχασω να πω, οτι δεν ηθελα να απογοητευσω τη γιουναικα μου (παλι καλα που τη θυμηθηκα, δε θα αντεχα τη γκρινια της, ειδικα τωρα!).

αφου φορεσα αυτο το μηδεν φορεμα, φορεσα κ ...πάνα, σε περιπτωση που αποθανω ο καψερος, να μην εχει πολυ Λουδεια το συνεργειο ...καθαρισμου! (χμμμ!! τωρα που το σκεφτομαι, τα "περι πανας" να θυμηθω να τα σβησω στο τελος! ειναι μια μικρη λεπτομερεια, που δεν ενδιαφερει κανεναν, κ που χαλαει την ...εικονα μου!). ξαπλωμενος στο κρεβατι, με οδηγησαν στο τμημα ...χειρουργικης! ενταξει, θα προτιμουσα να με οδηγουσαν σε κανενα μερος με καλη μουΖικη, κ χοτ κορασιδες, αλλά τετοια ωρα, τετοια λογια!

με σταθμευσαν εξω απο τα χειρουργεια, κ μεριμενα τη σειρα μου! σα να μεριμενεις το φαναρι να γινει πρασινο! πολυ μηδεν να εισαι εξω στο χωρο υποδοχης μεριμενοντας να χειρουργηθεις! παλι καλα που δεν αρχισε κανείς να ...κορναρει! οχι, αυτο δεν εγινε!

καθως ημουν μονος, περασε απο δίπλα μου ενας νοσοκομος που εσπρωχνε ενα κρεβατι. σταματησε για λιγο δίπλα μου, μεχρι να ρωτησει εναν αλλο νοσοκομο, σε ποιο θαλαμο θα μπει ο ασθενης που ειχε πανω.
κ ...οποία εκπληξις! ο ασθενης αυτος, ηταν ενας συμμαθητης μου! ειχα να τον δω Μεριπου δεκαπεντε χρονια!
ακολουθησε ο εξης Λιαδογος:

-"ρε Ν, εσυ???" του ειπα
-"επ!! Κ, εσυ??"
-"ναι ρε, εγω!"
-"τι εγινε? που χαθηκες? εχω να σε δω πολλα χρονια" μου ειπε
-"ελα μωρε, λουδειες τωρα, καταλαβαινεις. εξαλλου, ζω στη δεσποινις Κερκυρα εδω κ χρονια, δε  
  μενω πια στη Βαγδατη!"
-"Βαγδατη!!" ειπε κ γελασε! "γιατι ρε Κ, μια χαρα ειναι η Αθήνα" μου ειπε
-"μια χαρα αν ερχεσαι για λιγο, για πολυ δε λεει" του απαντησα
-"τες πα" ολα καλα? κανενα νεο?"  μου ειπε
-"τιποτα ρε συ, οπως τα ξερεις! εσυ κανενα νεο?"
-"κ εγω τα ιδια ρε Κ, κανενα νεο"
-"αντε ρε Ν, χαρηκα που σε ειδα" του ειπα
-"κ εγω ρε Κ, χαρηκα που τα ειπαμε" μου ειπε λιγο πριν τον οδηγησουν κ αυτον στο χειρουργειο.

αμεσως μετα ηρθε η σειρα μου. δε θυμαμαι τον αριθμο της αιθουσας, αν κ φανταζομαι δεν ενδιαφερει κανεναν! απλά να πω οτι ο τυχερος μου αριθμος ειναι ...το εψιλον!
με εβαλαν πανω στο κρεβατι, κ εμεινα μονος (για λιγο) με τις βοηθους. (...που καμια δεν ητουνε χοτ, δυστυχως, οπότε ας μη βαλετε τη φαντασια σας να λουδεψει!). μια νοσοκομα μονο με ρωτησε, τι μουΖικη θα ηθελα να ακουω κατα τη διαρκεια που θα ημουν σε ναρκωση! ισως μου εκανε πλακα, αλλά τη ρωτησα αν υπαρχει περιπτωση να ακουω(?) Industrial.
"πολλα θες" μου απαντησε!
δε ξερω αν ηξερε το ειδος, απλά της ειπα, οτι τα μπουζουκοκαψουροτραγουδα, με ενοχλουν λιγο στο ...στομαχι!

μετα, ηρθε η μεγαλη στιγμη! μου ειπαν οτι θα με ναρκωσουν (μολις ειχαν ερθει κ οι γιατροι) βαζωντας μου στο προσωπο κατι σα μασκα. η οποία μασκα ειχε μια τρομερα ασχημη μυρωδια, ισως κ αυτο να ηταν η αιτια της ναρκωσης: η μυρωδια της μασκας!

αμεσως αρχισα να ζαλιζομαι ελαφρα, κ πριν ναρκωθω, ενιωσα να πνιγομαι! δε μπορουσα να αναπνευσω! φοβηθηκα αρκετα ειναι η αληθεια. κ οχι, δεν ειμαι ...σφίχτης! εχω κ εγω τις ευαισθησιες μου!
αντι να πω ευγενικα με σοβαρο υφος, οτι δε μπορω να αναπνευσω, ή οτι αντιμετωπιζω μια ...δυσκολια στην αναπνοη, αντι τελος παντων να πω κατι αντρικιο εστω, ξαφνικα σηκωνομαι κ λεω: "πεθαινω"!!
τι μηδεν ατακα ρε μπουστη μου! ρεζιλι θα εγινα! κ στους γιατρους, κ στις νοσοκομες! (παροτι οπως προειπα καμια δεν ητουνε ...χοτ!)

μετα, δε θυμαμαι τι εγινε! για την ακριβεια, πρεπει να πεθανα! δε ξερω αν πνιγηκα, ή αν εγινε τιποτα λαθος στην εγχειρηση, ξερω ομως αυτο που ...εζησα! κ αυτο που εζησα, δε μου αρεΖε καθολου! τριςτυχως!
οσο λοιπον ημουν ...μεθαμενος, ειδα αυτο που ολοι λενε! το τουνελ! το τουνελ που στο τερμα του εχει φως! ναι, το ειδα αυτο! ημουν σε ενα σκοτεινο μερος, δεν εβλεπα τοιχους ή τιποτα αλλο, μαλλον αιωρουμουν, δεν ενιωθα να περπαταω, κ καπου μακρυα, ειδα το φως! αυτο που πολλοι ισχυριζονται οτι εχουν δει!
εβλεπα σιγα σιγα το φως να δυναμωνει. μαλλον πλησιαζα κοντα του, ή αυτο ερχοταν κατα μενα. το παραξενο ειναι, πως δεν ενιωθα απολυτως τιποτα! καμια αισθηση! παροτι ειχα ακουσει καποιους να λενε πως ενιωθαν μια ζεστη, το μονο που ενιωσα ηταν ...τρομερο κρυο! ημουν γυμνος, κ εκανε τρομερο κρυο! ετρεμα απο το κρυο! μονο αυτο θυμαμαι. ουτε φοβο, ουτε λυπη που πεθανα, ουτε τιποτα!

βασικα, θα ηθελα ο Θανατος μου να ειναι ...γενναιος! ας πουμε να εσωνα κοΖμο απο φωτια, ή να επεφτα στο πεδιο της μαχης των πιστευω μου! αλλά μηδεν! θα ημουν η κλασσικη απαντηση που θα εδινε καποιος οταν μαθαινε οτι πεθανα εν ωρα ...χειρουργειου: "α, κριμα!" αυτη η ατακα θα ημουν!

παλι καλα βεβαια, διοτι παντα πιστευα οτι ο θανατος μου, οχι μονο δε θα ηταν γενναιος, αλλά θα ηταν ...γελοίος! (τουλαχιστον στα δύο πρωτα γραμματα θα ειχα δικιο!).
ας πουμε, το κλασσικο, οτι πηγα να ρυθμισω τη κεραια, επαθα ηλεκτροπληξια, γλιστρησα κ επεσα στην αποθηκη που ηταν υπογεια, κ κατρακυλωντας εφτασα ενα χιλιοστό πριν η τσουγκρανα μου καρφωθει στο κεφαλι, κ απο τη χαρα μου που σωθηκα, σηκωθηκα γρηγορα αλλά σκονταψα κ επεσα κατω, κουνωντας ελαφρυα τα ραφια με τα εργαλεια, ριχνωντας το μοναδικο εργαλειο που ηταν πανω, ενα μεγαλο σφυρι, στο ...κεφαλι μου! παλι καλα λοιπον!

ομως, οσο το φως δυναμωνε, οσο με πλησιαζε, τοσο αρχισα να φοβαμαι. ο λογος ηταν, οτι ακουγα μια φωνη να μου μιλαει! δε μπορουσα να καταλαβω τι μου ελεγε, μα μου μιλουσε! μην ειναι οι Αγγελοι που με υποδεχονται? (αν κ οι Αγγελοι δεν εχουν φυλλο εξ'οσων γνωριζω). μην ειναι ο πορτιερης της Κολασης? κ αν εχει εισοδο? τι θα εκανα που ημουν γυμνος? (αλλά ας μη παει ο νους μου στο πονηρο!). δε μπορουσα να καταλαβω! μετα απο λιγο ομως, καταλαβα τι φωνη ηταν! ηταν φωνη ...αντρα!

"γμτ, μηπως ειμαι στο στρατο? μηπως εχω βγει αναφορά? μηπως παλι πρεπει να πω: "στρατιωτης πεζικου Κ.Π. ευπειθως αναφερω..." ??? δε θα το αντεχα αυτο! οχι, δεν!!

οσο περνουσαν τα δεπτερολεπτα, η εκπληξη μου εγινε μεγαλυτερη! η φωνη του αντρα, ακουγοταν κανονικα! μπορουσα να καταλαβω τι μου ελεγε! η εκπληξη μου ηταν απιστευτη! κρατησα μια λεξη του μονο! τη λεξη που με αποκαλεσε ..."αγαπη μου"!!!

ρε μπουστη μου, τι εγινε? μηπως πεθαινοντας αλλαζουμε φυλλο?? αφου ξερω οτι ειμαι αντρας (κ μαλιστα τυπάς!) τι μου λεει αυτος τωρα? ανησυχησα. δεν ηξερα τι ειμαι! κ ...αν αυτος ο τυπος εχει δικιο? αν ειμαι η ..."αγαπη του"??  κ καλα αυτο, ας παει στο διαολο, αλλά ...αυτος τι τυπος ηταν? ηταν ομορφος? ειχε (το πιο βασικο) λεφτα??? κ ...αν ηταν δασυτριχος νταλικιερης που μιλαει, κλανει, κ καθαριζει τη μυτη του ταυτοχρονα?? τι θα εκανα τοτε?  αν εγω ημουν μια κοντη με μεγαλους κωλους, λαικό ονομα κ (πολυ) φθηνη κουλτουρα? αν ημουν ...Κατινα?? "mon dieu" αναφωνησα στα ...Ιταλικα!
το γεγονος ειναι οτι ειχα αγχωθει! τι μαλακίες λενε οτι οταν πεθαινεις δε νιωθεις τιποτα? καλυτερα να ...ζουσα απο το να περναω αυτα που περνουσα!

μετα απο λιγο, τριστυχως διεκρινα το τυπο που μου μιλουσε! καθοταν δίπλα μου, με το κεφαλι σκυμμενο.ηταν χοντρος, καραφλος, με σγουρο μαλλι στο πλάι, κ δασυτριχος!! (ενταξει, καλα να ειναι το παλλικαρι, αλλά ηταν αναγκη να ειναι αντρας? κ μαλιστα τετοιος?). ισως βεβαια να ηταν καλυτερος απο τους ομορφους με δηθεν κουλτουρα κομπλεξικους, αλλά κ παλι, δεν ενιωθα καλυτερα! 
σκεφτηκα να τον ρωτησω: "συγγνωμΑ κυριε, σε εμενα μιλατε?" αλλά διστασα! ευτυχως που διστασα, γτ η εκπληξη μου τελικα ηταν πιο μεγαλη! κ μαλιστα ...πολυ ομορφη!!

διοτι συνειδειτοποιησα, οτι το φως στο τουνελ, ηταν ...το φως του ταβανιου! οτι ο τυπος δίπλα μου, μιλουσε στη γυναικα του (που ηταν στο αλλο κρεβατι). οτι ημουν στο θαλαμο που σε βαζουν μετα το χειρουργειο! κ βεβαια, οτι ...ημουν ζωντανος! κ οχι μονο αυτο, αλλά ειμαι κ ομορφος τυπάς! με χαρα ειδα τη γιουναικα μου να μπαινει στο θαλαμο! την αγκαλιασα αμεσως κ τη φιλησα! χαρηκα, οχι τοσο που ημουν ζωντανος, ουτε τοσο επειδη η γιουναικα μου η Μ, ειναι χοτ, οσο επειδη δεν ημουν η γιουναικα του τυπου δίπλα!

(τριστυχως, παρα τη φαντασια που διαθετει το ιχνος μυαλου που εχω, θελω να πω πως αυτη η ιστορια ειναι πραγματικη)



Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

"υονόρΧ υοτ ςολέΤ οτ ιρχέΜ"

σηκωθηκα πρωι πρωι απο το κρεβατι μου, οπως συνηθιζω εδω κ μερες, ή μαλλον χρονια. δε ξερω γιατι μου συμβαινει να ξυπναω παντα χαραματα, αλλά δε νομιζω να με πειραζει. ισως ειναι μια ασχημη συνηθεια, ισως ομως κ οχι.
το καθημερινο μου δρομολογιο ιδιο, χωρις καμία αλλαγη.

μονος, κατευθυνθηκα στο αγαπημενο μου σημειο. αναψα το τελευταιο μου τσιγαρο, κ εκει, αρχισα να ζω αναμεσα στις ζωγραφιες μου, αναμεσα στις σκεψεις μου. μου αρεσε αυτο, ενιωθα μακρυα απο προβληματα, ενιωθα ελευθερος. ηταν βεβαια κ θεμα συνηθειας, αλλά πολλα στη ζωη μας ετσι καταληγουν, σα συνηθεια. απλά, σε εμενα, αυτη η συνηθεια ηταν πολυ ομορφη.
αρχισα να βλεπω τα αγαπημενα μου χρωματα, να ακουω τις αγαπημενες μου μουσικες, να ακουω το γελιο των παιδιων μου καθως επαιζαν στην αυλη. εβλεπα τη γυναικα μου να παιζει με τα παιδια μας! σε λιγο θα ημουν κ εγω μαζι τους! θα παιζαμε ολοι μαζι, σαν ευτυχισμενη οικογενεια!

ολα κυλουσαν ομορφα! ή μαλλον, σχεδον ολα. αν δεν ηταν αυτος ο θορυβος στο κεφαλι μου, που σπανια σταματουσε εστω κ για λιγο, τα πραγματα θα ηταν ομορφοτερα. δε παραπονιεμαι ομως. ο καλος Θεουλης, ειναι γενναιοδωρος μαζι μου. εχω οτι μπορει να ποθησει ενας ανθρωπος! ειμαι ευγνωμων για αυτο! οσο για το θορυβο στο κεφαλι μου, μπροστα στην ευτυχια που ζω, δεν ειναι παρα ενα πταισμα.

δεν ειχα αναψει καλα καλα το τσιγαρο μου, οταν μπροστα μου εφανιστηκε μια κοπελλα. θα ηταν εικοσι χρονων περιπου. με μαυρο, ισιο μακρυ  μαλλι. πολυ ομορφη κοπελλα πραγματι. δε μου εκανε εντυπωση η ομορφια της, οσο οτι μου χαμογελασε κ με χαιρετησε! κατι μου ειπε, αλλά δε μπορεσα να καταλαβω. κ οπως γρηγορα εμφανιστηκε μπροστα μου, τοσο γρηγορα εξαφανιστηκε!
απο την εικονα της, μου εμεινε (περα απο το χαιρετισμο) το βλεμμα της. ειχε κατι το θλιμμενο. το ειχε στα μάτια της. το προσεξα αυτο, το προσεξα σιγουρα. πως μπορει μια τοσο νεα κ ομορφη κοπελλα να εχει θλιψη στο βλεμμα της? τι μπορει να τη βασανιζει?

αρχισα να ζωγραφιζω. παντα ζωγραφιζα προσωπα, κ μαλιστα γυναικεια. σε καθε μου ζωγραφια, φυσουσα απαλα πανω της, κ εκεινη επαιρνε ζωη! αλλοτε χορευε στον αερα πριν χαθει μακρυα, αλλοτε περπατουσε ξυπολυτη πριν χαθει απο τα μάτια μου, αλλοτε γελουσε, ή εκλαιγε. παντα ομως, το τελος της ζωγραφιας μου ηταν μια κοπελλα! μια κοπελλα που χανοταν! ειτε στα συννεφα, ειτε στο τελος του δρομου, ειτε μεσα στη θαλασσα...

μου αρεσε που ζωντανευα τη καθε μου ζωγραφια, ηξερα, οτι μετα απο λιγο θα χαθει. μου αρκουσε παντως, που εστω κ για λιγο με την ανασα μου, της εδινα ζωη!
με το πινελο στο χερι, με τα χερια γεματα χρωματα, ετοιμαζα τωρα μια νεα ζωγραφια. κ, ενω παντα ελεγα να ζωγραφισω κατι νεο, στο τελος το αποτελεσμα ηταν το ιδιο!

πριν προλαβω ομως να σχηματισω το προσωπο που ηθελα, πριν φτασω το τσιγαρο στη μεση του, εμφανιστηκε παλι μια κοπελλα μπροστα μου!
εμοιαζε πολυ με τη κοπελλα που εμφανιστηκε λιγο πριν, μονο που τωρα εδειχνε τριαντα περιπου χρονων. αδερφη της θα ειναι, σκεφτηκα. εμοιαζαν πολυ! η μονη τους διαφορά ηταν στη θλιψη του βλεμματος! αυτη τωρα, ειχε περισσοτερη θλιψη, δε χαμογελουσε καθολου! τα μάτια της ηταν υγρα, ηταν ετοιμη να βαλει τα κλαμματα! την ακουσα κατι να μου λεει, αλλά οσο κ να προσπαθησα, δε καταλαβα τι μου ειπε. την ειδα να φευγει. σιγα σιγα, να φευγει! προσπαθησα να της μιλησω, αλλά δεν ειχα φωνη! προσπαθησα να τρεξω κοντα της, αλλά τα ποδια μου εμειναν ακινητα!

τωρα ημουν ακομα πιο προβληματισμενος! τι ηθελαν αυτες οι δύο (μαλλον αδερφες) απο εμενα? τι ηθελαν απο τη ζωη μου? τι μπορει να ειχε συμβει στη δικη τους ζωη που να εχει σχεση με εμενα?
επιασα παλι το πινελο. εσκισα τη προηγουμενη ζωγραφια, τη πεταξα στο τζακι. δεν ηθελα να τη τελιωσω. φοβηθηκα, χωρις να ξερω το λογο.

αρχισα τωρα να ζωγραφιζω κατι ασχετο, οχι καμια κοπελλα. ηθελα να καθαρισει το μυαλο μου, να σταματησει να κτυπαει τοσο εντονα η καρδια μου! ημουν κουρασμενος, ηθελα απλά να ηρεμισω!
με το τσιγαρο στο στομα, με το καπνο στα πνευμονια μου, εδωσα εντολη στο χερι μου για κατι νεο! κατι εντελως διαφορετικο! εβαλα άλλα χρωματα, πιο εντονα. κοκκινα, γαλαζια, κιτρινα. αφησα το μαυρο χρωμα στην ακρη. ηθελα να δημιουργησω κατι αλλο. το προσπαθησα, ομως παλι ζωγραφιζα με μαυρο χρωμα! παλι ζωγραφιζα γυναικεια μορφη! αμεσως πεταξα κ αυτη τη ζωγραφια στο αναμμενο τζακι. αρχισε να καιγεται, να βγαζει φλογες! δεν ηθελα να δω τις φλογες! μου ηταν δυσκολο! εστρεψα αμεσως το κεφαλι μου αλλου.
τραβηξα τη τελευταια τζουρα απο το τσιγαρο μου. ενιωσα τα χειλη μου να καιγονται.

κ τοτε, ειδα παλι μια γυναικα! ομορφη, σα τις προηγουμενες κ αυτη! μονο που ηταν περιπου σαραντα χρονων! τα μαλλια της ηταν γκριζα, αλλά τα ματια της ελαμπαν! χαμογελουσε! χαμογελουσε σε εμενα! με το χερι της, επιασε το δικο μου! ηταν ζεστή, πολυ ζεστή! μου μιλησε, μου μιλησε κ την ακουσα!

"καλε μου Κ, αγαπη μου, τωρα θα ειμαστε μαζι! μεχρι το τελος του χρονου θα ειμαστε μαζι" μου ειπε!

την αγκαλιασα! αρχισα να τη φιλω στο προσωπο! φυλουσα τα δακρυα της. φυλουσε τα δακρυα μου! καθισαμε αγκαλιασμενοι πολυ ωρα. χανομασταν ο ενας στα μάτια του αλλου. μετα, ανεβηκαμε σιγα σιγα προς τα αστερια...

ο Ν, πηγε στο γραφειο του χαραματα. ενας τυπος κοντα εξηντα χρονων ειναι, με ασπρα μαλλια, κ παιδικο προσωπο. δεν εχει ουτε μία ρυτιδα, πραγμα παραξενο για την ηλικια του, αλλά κ για το επαγγελμα του. πραγμα παραξενο ομως, γιατι ο Ν ειναι ενας ευαισθητος ανθρωπος. ειναι απο τα ατομα, που ξεπερνουν τη σχεση γιατρου-ασθενη, που συνηθως (ασχημο αυτο) τα βιωματα των ασθενων του, τα εχει κατα καποιο τροπο μεσα του. αυτο ομως, δε τον εμποδιζε να ειναι εξαιρετικος γιατρος. μολις μπηκε στο γραφειο του, ακουσε το θορυβο απο το Φαξ. του ειχε ερθει μηνυμα. εκατσε στη καρεκλα του, εβαλε τα γυαλια του κ το διαβασε. αμεσως χλωμιασε. το διαβασε παλι. το μηνυμα ηταν ιδιο βεβαια. εγειρε τη πλατη του στη καρεκλα.

"ωστε αυτο ηταν? ωστε χαθηκε κ η τελευταια μου ελπιδα?" αναρρωτηθηκε. 

σηκωθηκε βιαστικα, κατευθυνθηκε στο δωματιο 30071969. βασικα, το δωματιο ειχε τον αριθμο 7, αλλά ο ασθενης που ηταν μεσα, προσθεσε με μαρκαδορο τους υπολοιπους αριθμους. ηταν η μονη πραξη, η μονη κινηση που ειχε κανει αυτος ο ασθενης τα εικοσι χρονια που βρισκοταν εκει! καμία αλλη! περνουσε ολη του τη μερα, ορθιος μπροστα σε ενα τοιχο. καθοταν σαν αγαλμα, δεν εκανε ουτε μία γκριματσα! ηταν ο μονος ασθενης που δεν ειχε καταφερει ο Ν να γιατρεψει! να τον κανει λιγο καλυτερα! εστω κ λιγο! κ τωρα, επρεπε να παει να του πει το ασχημο νεο! δεν ηξερε πως να του το πει, ηθελε ομως, εστω κ τωρα, να δει μια μικρη αντιδραση. ειχε δοκιμασει ολες τις μεθοδους, αλλά καμία δεν ειχε φερει αποτελεσμα.
επρεπε ομως να του πει τι εγινε! οσο δυσκολο κ να ηταν αυτο! επρεπε να τον ενημερωσει, πως η αγαπημενη του Μ, μολις ειχε πεθανει! η Μ, ηταν η γυναικα του Κ. αυτη που ξεκινησαν μαζι να φτιαξουν τη ζωη τους! αυτη με την οποία ο Κ, εκανε τοσα ονειρα! αυτη, που ενω ο Κ, για καποιο λογο εχασε το μυαλο του, ερχοταν καθε μερα κ τον εβλεπε! καθε μερα του μιλουσε, χωρις ο Κ να της δινει καμία σημασια! αυτη, που δε συνεχισε τη ζωη της, που οχι μονο του σταθηκε, αλλά που ζουσε κ αυτη το δικο της μαρτυριο. κ που τωρα, ειχε πεθανει, ειχε αφησει το Κ μονο του! μονο του σε αυτην εδω τη ψυχιατρικη κλινικη.  μονο του, να κοιταει ολη μερα το τοιχο!
ανοιξε βιαστικα τη πορτα του δωματιου. μπηκε γρηγορα μεσα κ ...κοντοσταθηκε! χλωμιασε, δεν ειπε κουβεντα! τα ματια του κοιτουσαν ψηλα. αρχισε να κλαιει! αρχισε να κλαιει σα μικρο παιδι! μεσα στο δωματιο, το σωμα του Κ, αιωρουταν απο το ταβανι...

ο Ν, εκανε μια ευχη. ευχηθηκε, αναμεσα στα αστερια να ειναι η μορφη του Κ κ της Μ. να ειναι οι μορφες τους παντα αγκαλιασμενες. να χαμογελανε, να χορευουν, σα να μην υπαρχει τελος στη ζωη...


(...αν καποιοι πιστευουν πως οι ευχες δε πραγματοποιουνται, δε πιστευουν στη καρδια τους...)




Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

"ήμμαρΓ αίεθυΕ νητ νιρΠ ογίΛ"

μια γραμμη
εισαι στη καρδια μου
τη χωριζεις στα δύο
τη κανεις ξενη, παγωμενη
αμυδρος ο κτυπος της
μα ζωντανη.
σε εβγαλα
με ματωμενα δακτυλα
σε πεταξα
σε πεινασμενα σκυλια
καινουρια ρουχα
θα αγορασω
να τη ντυσω
πιο ζεστα
να μη κρυωνει
μα αν η καρδια μου
ειναι παλι ξενη
αν χωρις ηχο σβηνει 
θα ικετευσω τα σκυλια
να μου τη δωσουν πισω
αυτη η γραμμη εισαι εσυ
χωρις αυτη τη γραμμη
η καρδια μου δε χτυπα...

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

"ησωρύατΣ"

προχωρουσα αναμεσα στο πληθος. σιγα σιγα, μα προχωρουσα. ο κοσμος με επευφημουσε. ολοι φωναζαν το ονομα μου. ημουν ο κεντρικος ηρωας, ο πρωταγωνιστης στη παρασταση που διαλεξα.
προχωρουσα για να παιξω τη τελευταια σκηνη της κωμωδιας. ολοι αυτο περιμεναν! το μεγαλο φιναλε! κ εγω, επρεπε να τους δικαιωσω! επρεπε να φανω ανταξιος των προσδοκιων τους! ημουν ο πρωταγωνιστης αλλωστε.

σε λιγο θα ανεβαινα στη σκηνη, κ το αγχος μου (παροτι ηξερα το αποτελεσμα) ηταν μεγαλο. η ενταση του κοσμου, γινοταν αφορητη πιεση για εμενα. προσπαθουσα να μην ακουω τις φωνες τους. να μη βλεπω οσους προσπαθουσαν να περασουν απο τους αστυνομους για να με αγγιξουν, για να με φιλησουν.

αναμεσα στο πληθος, διεκρινα ενα τυπο. κοντα σαραντα χρονων θα ηταν. ειχε πολυ κοντο μαλλι, κ μουσι. μου εκανε αμεσως εντυπωση. οχι τοσο για την εμφανιση του, απλά ηξερα (πιστευα) οτι αυτος δεν επρεπε να ειναι εδω. μια παραφωνια μεσα στο περιβαλλον ηταν. για καποιο λογο που δε μπορουσα να εξηγησω ομως, ηταν εδω! μαζι με το πληθος! μονο που στα μάτια του δεν εβλεπα αγαπη, μονο που στη φωνη του, δεν ακουγα τα λογια που ελεγαν οι αλλοι. με κοιτουσε, αλλά η ματιά του, μου ελεγε πολλα. παρα πολλα! κ ομως, ηταν εδω! μαζι με το πληθος! καποιο λαθος πρεπει να ειχα κανει για να ειναι αυτος ο αγνωστος εδω. καποιο λαθος.

τον παρακολουθουσα καθως σε λιγο θα ανεβαινα στη σκηνη. προχωρουσε απο αποσταση μαζι με εμενα. εγω, που κ που, σταματουσα για λιγο απο τη συγκινηση που εβλεπα το κοσμο να φωναζει το ονομα μου, οχι για πολυ, αφου ολοι με προετρεπαν να συνεχισω! αυτο μου εδινε δυναμη, ασχετα αν δε με χαροποιουσε καθολου. αλλά δε μπορουσα να μη κανω εστω αυτες τις ελαχιστες στασεις. περα απο τη συγκινηση που ο κοσμος με λατρευε, κ ηθελε να με αγγιξει, ειχα να αντιμετωπισω ενα πονο στο δεξι μου ωμο. αυτα τα ελαχιστα δεπτερολεπτα ξεκουρασης, τα ειχα μεγαλη αναγκη. ειδικα τωρα.

η μεγαλη ωρα εφτασε! επιτελους, ημουν πανω στη σκηνη!

το πληθος φωναζε! ο οχλος, εκστασιασμενος φωναζε! τους εβλεπα απο ψηλα, εβλεπα την αγαπη στα μάτια τους, τη καλοσυνη τους! πως μπορει ο ανθρωπος να ειναι τοσο καλος? ποσο ευκολο ειναι? ποιο λαθος εχω κανει κ δε το καταλαβα?
αναμεσα στο πληθος, διεκρινα παλι το αυτο το τυπο! παλι σιωπηλος με κοιτουσε, με αυτο το παραξενο βλεμμα! γιατι ειναι αυτος εδω? τι θελει απο εμενα? σκεφτομουν.
προσπαθησα να μη τον κοιτω, να μη με αγχωνει η παρουσια του. ασυναισθητα, προσεξα αναμεσα στο πληθος, τους λιγοστους φιλους που ειχα. χαρηκα! χαρηκα πολυ! η παρουσια τους μου εδωσε κουραγιο! αισθανθηκα οικεία βλεπωντας τους απο κατω. αισθανθηκα βεβαια κ μια θλιψη. εβλεπα στα μάτια τους, πως τους ειχα προδωσει κατα καποιο τροπο. αλλά τη συνειδηση μου την ειχα ησυχη.

ειναι παραξενο ποσο γρηγορα περνα ο χρονος. πολλες φορες, πιστευεις οτι τρεχει απιστευτα, ενω αλλες φορες νιωθεις σα να εχει σταματησει. αυτη την αισθηση ειχα απο τη τελευταια μου παρασταση. οτι ο χρονος, σταματημενος τρεχει...

δε θυμαμαι πολλα απο τη συναυλια. ελαχιστα πραγματα ερχονται στο μυαλό μου.
οπως, το πληθος να φωναζει! να βρισκεται σε εκσταση! εγω, πανω στη σκηνη, με τα χερια απλωμενα κ το κεφαλι ελαφρα κατεβασμενο να τους κοιτω. μονο μια φορα, λιγο πριν το τελος, σηκωσα το κεφαλι μου ψηλα, κ κατι ψιθυρισα.
θυμαμαι εντονα πως φωναζαν το ονομα μου! τα λουλουδια που μου πετουσαν! το κοκκινο ιδρωτα στο προσωπο μου, να κυλαει σε ολο μου το κορμι!
θυμαμαι επισης, εκεινο το τυπο, αμιλητος να με κοιτα. αυτος, που οταν ολοι μου πετουσαν λουλουδια, δεν εκανε τη παραμικρη κινηση! που καθοταν σαν αγαλμα! που η ματιά του, εφτανε μεχρι τα κοκκαλα μου!

μετα το τελος της παραστασης, το εξαντλημενο πληθος αρχισε να αποχωρει, ευχαριστημενο απο το θεαμα που τους εδωσα. πηγαιναν να συνεχισουν τη ζωη τους. τετοια διαλλειματα, σπανε τη ρουτινα της καθημερινοτητας, τους κανουν -εστω κ για λιγο- να νιωθουν ζωντανοι! να νιωθουν ανθρωποι! 
μονο οι λιγοστοι μου φιλοι εμειναν. ηταν εδω, μαζι μου, στο τελευταιο μου ταξιδι! αυτοι, κ ο αγνωστος τυπος, που ποτέ δεν εμαθα ποιος ηταν.


 


Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

"υοΜ ασέΜ αδίρασταΚ Η"

περπαταει αργα
στο αιμα μου,
τη νιωθω
στα κοκκαλα μου,
το δωρο του Θεου
στη γεννηση μου νιωθω.
απο τη μερα "ενα",
μεχρι τη μερα "τωρα".
να μου θυμιζει,
να μου θυμιζει
πως τα υγρα μάτια,
ειναι το δωρο Του.

ξεθωριασμενες φωτογραφιες
ο χρονος.
στις γραμμες των χεριων μου
υπαρχει.
στο κενο
της πρωτης λεξης
με τη τελευταια
υπαρχει.
διαρκει,
οσο κανει ενα βλεφαρο
να ανοιγοκλεισει.

με το μαχαιρι
στο σωμα μου
ζωγραφιζω ελπιδα.
μια κατσαριδα
εχω μεσα μου
παγιδευμενη.
μια κατσαριδα
εχω μεσα μου,
που ματαια ψαχνει την εξοδο...

παγιδευμενος στο σωμα μου,
ψαχνω να βρω την εξοδο... 

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

"!!μυουουουοζΒ"

περιστρεφομαι γυρω απο εμενα
τα μαλλια μου αλλαζουν
η ματιά μου αλλαζει

-γυριζω ολο κ πιο γρηγορα-
σκορπιζονται τα ρουχα μου

-γυριζω ολο κ πιο γρηγορα-
το δερμα μου ζεσταινει τους τοιχους

-γυριζω ολο κ πιο γρηγορα-
πεταω ψηλα κ χανομαι στα αστερια

τα κοκκαλα μου αφηνω
σχηματα να φτιαξουν στο χωμα.

αποψε η καρεκλα μου θα μεινει αδεια.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

"ιετφάτνοκΣ ιατεζάιΒ ςοιοπΟ"

ξαπλωσαμε αγκαλιασμενοι στο κρεβατι. ειχε προηγηθει ενας εντονος ερωτας, γεματος παθος.
(παντα σε αυτο το τομεα, ειμαι αψογος! κ να σκεφτειτε, πως ειμαι αυτοδιδακτος!)
λιγο πριν κοιμηθω, ακουσα βηματα στην εξωπορτα.
αμεσως φοβηθηκα. με επιασε πανικος! ηταν ο αντρας της!

σηκωθηκα γρηγορα τρομαγμενος. το τελευταιο πραγμα που θα ηθελα ποτέ να συμβει ηταν αυτο!
χωρις δευτερη σκεψη βγηκα στο μπαλκονι. ευτυχως, το διαμερισμα ηταν ισογειο, κ πηδηξα στο χορταρι. νομισα οτι σωθηκα, οτι τιποτα δε θα συνεβαινε.
πως διακριτικα, χωρις να γινω αντιληπτος, θα εφευγα.
αλλά βεβαια εκανα ...λαθος!
εκανα λαθος, διοτι απο εξω, ηταν ... τηλεοπτικα συνεργεια! μετεδιδαν ζωντανα καποιο γεγονος που προφανως ειχε συμβει, κ παραδοξως, δε τους ειχα αντιληφθει!

ολοι γυρισαν προς το μερος μου! ακομα κ οι καμερες! τι διαολο? συνενοημενοι ειναι? καθως με τυφλωνε το φως απο τους προβολεις, μπορουσα να διακρινω τους δημοσιογραφους να με κοιτανε παραξενα, χωρις να λενε τιποτα.
αν πω οτι ενιωσα αβολα, θα ειναι μεγαλη αληθεια!
αλλά η δεσποινις Ατυχια, μου ειχε κ συνεχεια!
πανω στη βιασυνη μου, πεταχτηκα εξω ...γυμνος! ολογυμνος! ισως για αυτο να με κοιτουσαν ολοι παραξενα!

το κακο ομως, δεν ειχε σταματησει εκει! διοτι εξω ...εβρεχε! εριχνε χιονονερο! πραγμα φυσικο αφου ηταν χειμωνας, αλλά αφυσικο να σκεφτω πανω στη φοβια μου μη με βρει ο αντρας της στο κρεβατι.
διπλωμενος απο το κρυο, ειχα βαλει τα χερια μου μπροστα, προσπαθωντας ετσι να γινω λιγοτερο ρεζιλι, κρατωντας μαλιστα νωχελικη σταση! ματαια ομως!
δεν ειχαν περασει μερικα δεπτερολεπτα, οταν ακουστηκε μια φωνη.
μια αντρικη φωνη ηταν, αν κ δεν εδειχνε κ τοσο ...ανδρισμο!

"να πας στο διαολο! σε βαρεθηκα! μη σε ξαναδω! θα βρω αλλον γκομενο"

ηταν το ζευγαρι του πανω οροφου. δυο ομοφυλοφιλοι αντρες, που συχνα πυκνα τσακωνονταν, κ που παντα μονο ο ενας φωναζε! ο αλλος δεν ελεγε τιποτα! βεβαια, στη περιπτωση μου, με ολο το κοσμο να με κοιτα, ηταν το λιγοτερο που μπορουσα να τους εξηγησω! ολοι πιστεψαν, οτι τα λογια του τυπου, ηταν για μενα!
ηθελα να τους εξηγησω οτι δε το ειπε για μενα, οτι δε ξερω καν το κυριο που μιλησε. ηθελα να τους πω, οτι ειμαι καθηγητης Θεολογιας, πραγμα το οποίο ειναι αληθεια. πως ειμαι πραγματι ηθικος ανθρωπος, πως δεν εχω καμια σχεση με τετοιου ειδους συμπεριφορες, πως ειχα σκοπο, στις ερχομενες εκλογες μαλιστα, να κατεβω υποψηφιος βουλευτης! (...οχι με το κομμα της Ηθικης, αν υπαρχει τετοιο κομμα. ειδικα τωρα!). παλι δε θα εσωζα τη κατασταση μου! η σιωπη ειναι χρυσος λενε, κ αυτο εκανα. δεν ειπα τιποτα!


φυσικα, ενιωσα ...αφυσικα! πραγματι, ειχα ντραπει! ειχα κοκκινησει ολοκληρος, αν κ αυτο μπορει να ηταν λογω κρυου! ποσώς με απασχολουσε ομως! ζουσα σε μία κατασταση απο το πουθενα, που ποτέ μου δε θα ηθελα να ζησω!
δειλα δειλα, εκανα ενα βημα πισω. δε ξερω το λογο, εξαλλου, τι καλυτερο μπορουσα να κανω? αυθορμητη αντιδραση ηταν! οσο κ αν ημουν ...ολογυμνος μεσα στο κρυο, με το χιονονερο να με χτυπα με μανια στο κορμι μου, οσο κ αν ημουν σε ζωντανη μεταδοση! ψιλοπραγματα δηλαδη! αυτο θα μπορουσε να συμβει στο καθενα!

καθως εκανα το βημα προς τα πισω, με ολο το κοσμο να με κοιτα παραξενα, εβγαλα μια κραυγη!
δυστυχως, δε προσεξα πισω μου ...το κακτο! τα αγκαθια του με τρυπησαν στο σωμα!
ρε γαμωτο, ποσο χειροτερα θα μπορουσαν να πανε τα πραγματα?
γυρισα να ανοιξω την εξωπορτα, να μπω μεσα, να αποφυγω τις καμερες προτιστως, κ λιγοτερο το χιονονερο.
ομως η εξωπορτα ηταν κλειδωμενη! φυσικο κ επομενο! σχεδον σε ολες τις πολυκατοικιες, κλειδωνουν την εξωπορτα μετα τις εννια το βραδυ!
εγω ομως ημουν εκει, μπροστα στη πορτα, με γυρισμενη τη πλατη στο κοσμο, κ με αγκαθια στο κωλο!
οχι κ το καλυτερο θεαμα, κ σιγουρα, οχι μια κατασταση που θα επιθυμουσα ποτέ να βρεθω! ομως, ημουν εκει! εγω!

γυρισα μηχανικα προς το μερος του κοσμου. δε ξερω για ποιο λογο, αλλά σηκωσα το ενα μου χερι ψηλα, ισως για να αποφυγω τους προβολεις. το αλλο μου χερι δε το κουνησα απο το σημειο που το ειχα, για λογους ...ηθικης! (τρομαρα μου!).
φανηκε σα να τους χαιρετω, αλλά αυτοι αταραχοι, συνεχισαν να με κοιτουν. δε ξερω, ισως να μην ειχαν συνελθει απο την εκπληξη του γυμνου αντρα, που εμφανιστηκε ξαφνικα μπροστα τους μεσα στο κρυο, απο το πουθενα! ή ισως, κ απο τη φραση που ειπε ο τυπος του πανω οροφου. μαλλον, κ τα δύο τους ειχαν παραξενεψει.

εκανα δυο βηματα στο πλάι, κ ...οποία εκπληξις! πατησα σκατα σκυλου! βεβαια, ως κ αυτο επαθα! (κ μην ακουσω κανεναν να πει πως ειναι γουρι κ πως θα παρω λεφτα, γιατι θα του σπασω τα μουτρα!).
ολα τα ασχημα μαζεμενα ηρθαν!
οπως κ να ειναι, ηθελα να ανοιξει η δεσποινις Γη να με καταπιει! αλλά κ αυτη δε μου εκανε τη χαρη!
με αφησε να ειμαι σε ζωντανη μεταδοση! ποσο χειροτερα θα μπορουσαν να πανε τα πραγματα? καθολου! πηγαν οσο χειροτερα μπορουσαν!

με μια μικρη λεπτομερεια βεβαια.
ποια ειναι αυτη? σε ολα αυτα, δε θα μπορουσε να λειπει η ...δεσποινις Ειρωνια! βεβαια! κ αυτη εδω, μαζι μου! ποιος ο λογος να μην ειναι αλλωστε?

γιατι το λεω αυτο?
διοτι η γυναικα που ηταν μαζι μου, δεν ηταν απλά μια παντρεμενη που πηγα να γαμησω, αλλά ημουν κ εγω παντρεμενος!

σιγα το πραγμα, θα πειτε, δε διαφωνω. αλλά η δεσποινις Ειρωνια ειναι, οτι αυτη η γυναικα, ειναι παντρεμενη με ...εμενα!! ειναι η γυναικα μου!!

για καποιο ανεξηγητο λογο (για να μη πω οτι φταιει η δεσποινις Ατυχια μου), τα βηματα που ακουσα δεν ειχαν καμια σημασια. καποιος που πηγαινε προφανως στο διαμερισμα του ηταν. αν δεν με ειχε πιασει πανικος, αν ειχα εστω κ λιγα δεπτερολεπτα να σκεφτω, τα πραγματα θα ηταν αλλιως.
αλλά ...τετοια ωρα, τετοια λογια!

χαιρετησα διακριτικα το κοσμο κουνωντας ελαφρα προς τα κατω το κεφαλι μου σαν ...Ηγγλεζος Αριστοκρατης.
με ανεμελο βηματισμο, ανεβηκα στο μπαλκονι.  μπηκα σπιτι μου σα να μην ειχε συμβει τιποτα!
σκεφτηκα οτι θα ηταν καλυτερα να ειχα κρυφτει στη ντουλαπα. όλο κ καποια καλη δικαιολογια θα εβρισκα να πω στη γυναικα μου, σιγουρα παντως, θα ηταν καλυτερα απο αυτο που περασα.

(ολα αυτα, σας παρακαλω να μεινουν μεταξυ μας. δε θελω να τα μαθει κανενας, κ ειδικοτερα η γυναικα μου! στο κατω κατω, δεν εγινε κ τιποτα σπουδαιο, σε ολους μπορει να συμβει...)


"ησητήζανΑ(νΑ) ήνιρεμηθαΚ"

με τα ακριβα μου κουρελια
στο δρομο τριγυρνω
αναμεσας ειμαι,
αορατα ορατος

ψαχνω
στις φωνες σας,
στο γελιο σας,
στο βαδισμα σας.

δανεικες στιγμες
να ζησω τη ζωη μου
ψαχνω.

να κρατησω τις ομορφες
να ραψω με αυτες
τα ακριβα μου κουρελια.
να πεταξω τις ασχημες στη φωτια,
να γινουν αερας, να χαθουν.

στο δρομο τριγυρνω
αναμεσα σας ειμαι,
αναμεσα σας...

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

"όροΧ οίατυελεΤ οτ υομ εσώΔ"

μεσα στα ματια σου
το προσωπο μου.
χαμογελας
...σε ποθω πιο πολυ...
τραγουδας
...στη φωνη σου χανομαι...
καυτη η ανασα σου
στα χειλη μου

Θεά κ δούλα εισαι
σε παραξενο χορό

ενας δυνατος οργασμος
μας φερνει στο τελος

απαλα αφηνω
το ζεστο σου λαιμο
στο κρεβατι.

τα παγωμενα ματια σου,
κοιτανε το ταβανι.
τα υγρα μου ματια,
κοιτανε το πατωμα...


Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

"ατνΟ ατάνυσοτσηρχΑ"

με μια μικρη καθυστερηση, το τρενο εφτασε.
διαλεξα να μπω σε ενα βαγονι με οσο το δυνατον λιγοτερο κοσμο. ισως επειδη μου αρεσει η μοναξια ισως επειδη φοβαμαι το κοσμο. ακομα κ τωρα, τον φοβαμαι.
εκατσα λοιπον μονος μου στο καθισμα. μονη μου παρεα, οι σκεψεις μου. ακομα κ τωρα, συντροφια ειχα μονο τις σκεψεις μου.
η διαδρομη ηταν σχετικα μεγαλη, ειχε μία σταση για επιβιβαση, κ δύο στο τελος για αποβιβαση.
αφου ξεκινησε το τρενο, κ πριν προλαβω καλα καλα να βολευτω, ερχεται κ καθεται διπλα μου ενας τυπος. κοντα στην ηλικια μου ηταν. σα να μου φανηκε γνωστος, αλλά δεν εδωσα βαση.
μολις εκατσε, απλωσε τα ποδια του σα μεξικανος σε μεσημεριανη σιεστα. ή μαλλον, σα τους τυπους που καθονται στις καφετεριες με το φραπογαλα, σκοτωνοντας την ηδη νεκρη ζωη τους.
εκλεισα τα ματια, οχι για να κοιμηθω, πιο πολυ το εκανα για να τον αποφυγω. τετοια ατομα, σχεδον παντα με νευριαζουν, κ το μονο μου οπλο ειναι η εξ'αρχης αδιαφορια. ομως τωρα, η δεσποινις τυχη (οπως παντα) δεν ηταν με το μερος μου.
δεν ειχε περασει ουτε ενα λεπτο, οταν ο νεαρος διπλα μου γυρισε προς το μερος μου (ναι, παροτι ειχα κλειστα τα ματια μου, το καταλαβα) κ μου μιλησε. η εκπληξη δεν ειναι οτι μου μιλησε, αλλά το οτι με φωναξε με το ονομα μου!

-"Κ? εσυ εδω???"
θελωντας κ μη, γυρισα προς το μερος του καπως αδιαφορα, προσπαθωντας να κρυψω την εκπληξη μου.
-"ναι, κ εγω εδω" του ειπα.
-"ελα ρε, δε με θυμασαι?" μου ειπε
 η αληθεια ειναι πως μου φαινοταν γνωστος, καποιον μου θυμιζε.
-"κ βεβαια σε θυμαμαι, κ βεβαια! ...ποιος εισαι? δεν εχω ιδεα ποιος εισαι" του ειπα!
αυτος γελωντας ειπε:
-"παντα με το εξυπνο χιουμορ σου! δε το εχασες βλεπω!"
-"αληθεια, ποιος εισαι? μου φαινεσαι γνωστος, αλλά δε μπορω να σε θυμηθω" του απαντησα
-" ο Α. ειμαι ρε συ! ο Α! μονο που εδω κ χρονια, με φωναζουν Τ. δε με θυμασαι?"
εξεπλαγην! ειχα να τον δω πανω απο εικοσι χρονια. για ενα διαστημα, οταν εκεινος ηταν εννια ετων, κ εγω δεκα, καναμε παρεα. ειμασταν φιλοι, πριν χωρισουν οι δρομοι μας. κ τον συναντησα τωρα! εδω, σε αυτο το τρενο.
-"τι εγινε ρε? πως απο ...εδω?" τον ρωτησα.

πιασαμε τη κουβεντα, αν κ δεν ειχα καθολου ορεξη, κ (μεταξυ μας) απορω πως ειχε εκεινος ορεξη.
θυμηθηκαμε τα παλια, τοτε που ειμασταν παιδια κ καναμε ονειρα για το μελλον. οχι τιποτα σπουδαια ονειρα, τα κλασσικα: ποσα αυτοκινητα θα εχουμε, κ ποσες γκομενες θα γαμησουμε.
εκεινος, απο μικρος ηταν ωραιο παιδι. φαινοταν οτι μεγαλωνοντας, σιγουρα θα ειχε πολλα ...γκομενακια, (οπως με μια δοση σατυρας αποκαλουσαμε τις κορασιδες!)
ομως, η δεσπονις Ζωη, ειναι πουτανα, κ οσα ονειρα κ να κανουμε, εκεινη εχει τα δικα της σχεδια.

η δικη μου ζωη, κυλησε με περισσοτερα προβληματα απο τη δικη του. αυτος ομως, ειχε ενα μεγαλο μυστικο. ενα μυστικο, που μονο οι γονεις του ηξεραν, κ που, ισως κατα τυχη, ενα βραδυ μου το ειχε πει κ εμενα.
οταν λοιπον ο Α, ή μαλλον, ο Τ, οταν ηταν οκτω χρονων, καποιος απο τη γειτονια του τον βίασε. αυτος ηταν ο σταυρος που κουβαλουσε στη πλατη του, συν τα ...παρεμφερη. δηλαδη, να μη το μαθει ο κοσμος, η κοινωνία! αυτη ηταν κ η αιτια που οι δικοι του ειχαν μετακομισει στη περιοχη που εμενα κ εγω. η κατακραυγη, του αμορφωτου κοσμου! ποσο αξιολυπητος μπορει να εισαι οταν φοβασαι το ...κοσμο? οπως παντα συνηθιζα να λεω:"ποιος το γαμαει το μαλακα το κοσμο?"
δυστυχως, πολλοι εξαρτωνται απο το ...περιγυρο! δυστυχως!
σιγα σιγα με τη κουβεντα, αρχισα να βαριεμαι λιγοτερο. αυτα που εκουγα απο εκεινον, ειχαν μεγαλο ενδιαφερον, αλλά κ (κατ'εμε) πολυ πικρα.

πως ειχε μεγαλωσει λοιπον ο Τ? πως περασε τη μεχρι τωρα ζωη του?
με το χειροτερο τροπο! κ δε λεω που ειχε χασει τους γονεις του στα εικοσιτρια του (απο οτι μου ειπε στη κουβεντα), αλλά εξακολουθουσε ακομα να εχει το μυστικο του να τον καιει. να του λιωνει τα κοκκαλα μερα με τη μερα. να τον κανει να νιωθει ενα αδυναμο ανθρωπακι, οπως ισως ηταν κ στη πραγματικοτητα. κ τι κανουν αυτα τα αδυναμα ανθρωπακια συνηθως? εχουν φυσικα δύο ζωες! μία η "βραδυνη" οπου συνηθως πηγαινουν με ατομα του ιδίου φυλλου, κ μία "καθημερινη", εκει που ειναι κ καλα ...αρεστοι ανθρωποι!
πολλοι πιστευουν οτι οσοι μεσογειακοι τυποι εχουν σαρκωδη χειλη, ειναι ομοφυλοφιλοι. ισως εχουν δικιο, αλλά στη συγκεκριμενη περιπτωση, τα χειλη του Τ, δεν ηταν.
συνηθως, τετοια ατομα τα λυπαμαι. δε τα περιφρονω, αλλά τα λυπαμαι!
τον Τ ομως, παροτι τον ειχα συμπαθησει απο οταν ειμασταν παιδια, ακουγωντας τον να μου λεει για τη μετεπειτα ζωη του, μπορω να πω οτι ...επληξα! αν δε του ειχα εστω αυτη τη μικρη συμπαθεια, θα πηδουσα εξω απο το τρενο! ακουγωντας τον να μιλαει κ να περιγραφει τη ζωη του, σκεφτηκα οτι ειναι πιο ενδιαφερον να κοιτας φρεσκοβαμμενο τοιχο να ...στεγνωνει, (οπως εχει πει πιο παλια ο κυριος Πανουτσος.)

κοιτουσα το φως πανω στο βαγονι, ακουγα το μονοτονο ηχο του τρενου καθως διεσχιζε το μεγαλο οσο κ ατελιωτο τουνελ, ακουγα κ τον Τ να μου μιλαει, να μου μιλαει... 
αυτο στην αρχη, γιατι μετα, αρχισα να νευριαζω! αντιπροσωπευε, οσα εγω αντιπαθω μια ζωη! για την ακριβεια, οσα εγω σιχαινομαι, κ κατ'επεκτασην κ αυτους που τα κανουν! ακομα κ αν ειναι ο Τ που τον ηξερα για ενα μονο χρονο, κ που κατα βαθος πιστευα οτι ηταν καλο παιδι.
αλλά οι ανθρωποι αλλάζουν, ετσι λενε. αποψη μου ειναι οτι δεν αλλαζουν, απλά, εξελισσονται. κρατανε στη πορεια αυτα που εκεινοι πραγματικα θελουν, οσο κ αν το περιβαλλον τους εχει μεγαλη σημασια στις αποφασεις τους. με δυο λογια, αρχισα να απεχθανομαι τον Τ.

ο Τ λοιπον, ειχε χτισει το προφιλ ...του ερωτύλου!! του τυπου που γουσταρουν οι γκομενες, μονο κ μονο επειδη ειναι ωραιος! (ενταξει, σημαντικο "προτερημα", δε λεω, αλλά ας μην υπερβαλουμε!).
αλλαζε συχνα τις γκομενες, κ δε τον ενοιαζε καθολου! μαλλον ετσι εβγαζε τη πικρα του, επειδη ηταν ομοφυλοφυλος. τι κριμα! αντι να το παραδεχοταν, οπως ειναι το σωστο, επαιζε με τις ζωες των ...κορασιδων! πρεπει να ειναι καποιος τρομερα κακος ανθρωπος για να το κανει αυτο! τρομερα ηττοπαθης! αλλά, τα γκομενακια δεν ειχαν προβλημα. να γαμηθουν ηθελαν, κ αυτο εκαναν. κ, αν τυχαινε καμία να τον αγαπησει? κακο του κεφαλιου της! εξαλλου, κανεις δεν ηξερε οτι αυτα που εκανε, τα εκανε γιατι ντρεποταν αυτο που ηταν πραγματικα!

 τον ακουγα να μου μιλαει, να μου λεει οτι το τελευταιο διαστημα, το επαιζε ...φωτογραφος!

-"ευκολο ειναι ρε! βαζεις ασπρομαυρο φιλμ, τραβας ορισμενες παραξενες ποζες, κ το (χαζο)γκομενακι ψαρωνει! ε, μετα δε θελει πολυ να τη ριξεις στο κρεβατι κ να τη γαμησεις!"

ξερω, ετσι δουλευει το "συστημα". ολες θελουν να πηδηχτουν, κ οσο για ερωτες, εχουν χρονο μεχρι τα τριαντα τους! γιατι, οσο πλησιαζουν σε αυτη την ηλικια, τοσο αγχωνονται οι κορασιδες μηπως μεινουν στο ραφι! ενταξει, καμια δε περιμενει το Βασιλοπουλο πανω στο ασπρο αλογο, ειναι γνωστο αυτο!

αλλά, ποσο ηττοπαθης πρεπει να ειναι αυτος που εχει τετοιες ιδεες? ποσο πικραμενος απο τη μιζερη ζωουλα του? (ρητορικη ερωτηξις ειναι. ητοι: δε χρηζει απαντησεως!).
ο Τ λοιπον, αυτος ο εντυπωσιακος "νεανιας", αυτος ο κατ'εξακολουθησιν ψευτης, επαιζε με ολες! κ να ηταν μονο αυτο? οχι δυστυχως! εκανε κ χειροτερα! "υποχρεωνε" τις κορασιδες, να τις βγαλει γυμνες φωτο. ενταξει, πανω κατω ολες το θελουν αυτο! ομως, κομπλεξικος καθως ειναι, δε σταματουσε εκει! οταν τις ...γαμουσε, τις τραβουσε σε βιντεο! καποιες, τις ρωτουσε πριν αν ηθελαν, κ, αν η απαντηση ηταν αρνητικη, εκεινος ειχε τη καμερα κ τις τραβουσε κρυφα! βεβαια, δε σταματουσε μονο εκει! διοχετευε τα ντιβιντι σε φιλους του, κ περηφανευοταν ποσο ...γαμιας ειναι! ποιος? ο Τ! αυτος που σχεδον καθε βραδυ πηγαινε με αντρες, κ, που αν ειχε τον ανδρισμο, οχι μονο θα παραδεχοταν οτι ηταν ομοφυλοφιλος (ασχετα αν κανεναν δεν ενδιαφερει) αλλά δε θα επεφτε τοσο χαμηλα  ωστε να ριχνει την (να το πω κοσμια) ανασφαλεια του σε τριτους!

αλλά δυστυχως, υπαρχει κ συνεχεια! όποτε του θυμοταν, επαιρνε τηλεφωνο καμια πρωην του, κ κανονιζε να βρεθουνε παλι! δε θα υπηρχε προβλημα αν η κορασιδα ηθελε, προβλημα υπηρχε οταν εκεινη δεν ηθελε! την απειλουσε οτι θα ανεβασει στο διαδικτυο το βιντεο, κ φυσικα η κορασιδα ενεδιδε στη ...μαλακία του! αν δε, ηταν κ παντρεμενη?  οχι μονο εκανε το ιδιο, αλλά ζητουσε κ λεφτα! ποιος? ο Τ! ο κατ'επιφασην αντρας!
ηθελε ανταλλαγμα σε αυτο που εκανε, κ τα λεφτα ηταν οτι πιο βολικο του ερχοταν στο μυαλο του (εστω στο ...ιχνος μυαλου που διεθετε!)

τις σκεψεις μου, ή μαλλον την οργη μου, διεκοψε η φωνη του.

-"με ακους τι σου λεω?" με ρωτησε
κουνησα καταφατικα το κεφαλι, κ εκεινος συνεχισε τον ...αγροτικο του μονολογο!
-"οπου λες Κ, αν μεσα σε ολα, βαλεις κ λιγη κουλτουρα, παει, τελειωσε! ολα τα γκομενακια χυνουν για παρτυ σου! ολες οι δηθεν εξυπνες, οι εχουσες ανεπτυγμενη κουλτουρα, δεν ειναι τιποτα αλλο παρα αγαμητες!"
με ξαφνιασε ποσο πεζα τα ελεγε, αν κ ειναι γνωστο, πως δεν εχει αδικο!
-"με λιγη κουλτουρα, γαμας τη καθε κουλτουριαρα, ε?" τον ρωτησα
-"ακριβως! κ αν συναντησεις καμια πιο εξυπνη απο σενα, απλως συμφωνεις μαζι της, κ αλλαζεις διακριτικα τη κουβεντα" μου ειπε
-"να σε ρωτησω ρε Τ, γιατι δε τη πεφτεις σε καθημερινες, λαικές κορασιδες? δεν ειναι πιο ευκολες αυτες?" τον ρωτησα
-"λαθος φιλε, λαθος! οι περισσοτερες απο τις λαικές, ειναι αληθινες. δεν ειναι δηθεν! κ με αυτες εγω, δε μπορω να τα βαλω!"

παρολα αυτα, μια σχετικη μορφωση την ειχε. οχι επειδη πραγματι σπουδασε, μαλλον την ειχε απο ..λαθος! δε γινεται να ξερεις καποια πραγματα κ να μη καλυτερευεις σαν ανθρωπος! δε γινεται! αλλά τα κομπλεξ του καθενος, δεν εχουν ορια! ακομα κ τα βιβλια, οτι κ να σου πουν, αν δε το ζησεις, δε ξερεις καν τι λενε. υποθεσεις εκ του ασφαλους μπορεις να κανεις! τιποτα αλλο. 

συνεχισε να μιλα, να κουνα τα χερια του παραστατικα (αυτο σιγουρα το ειχε κολλησει απο τις δηθεν εξυπνες, ειμαι σιγουρος!) κ εγω συνεχισα να διακοπτω τις σκεψεις μου κ να του απαντω.
ποσο ηθοποιος μπορει να γινει κανεις? ποσο ευκολα μπορει να ξεγελασει τους γυρω του? μπορει να τους ξεγελασει πιο ευκολα απο οτι τον εαυτο του?

εβλεπα μεσα απο τη κουβεντα μας, ποσο διαφορετικοι ειμασταν! πως, αυτος ο δηθενιστης (παροτι ειχε ενα σταυρο στη πλατη του) ειχε ζησει καλυτερα(?) απο εμενα. κ οχι μονο αυτο, αλλά οταν του ελεγα πως περνουσα εγω, ποσο πιστευα τις ιδεες μου γιατι τις ειχα ζησει απο μικρος κ τις ειχα καταλαβει, τις ειχα βιωσει, κ πως δεν ημουν καποιος που φορουσε μασκα, αυτος γελουσε κ με χτυπουσε ελαφρα στη πλατη!

-"να σε ρωτησω, το γαμο, το σκεφτεσαι? σε ενδιαφερει?" τον ρωτησα χωρις να ξερω γιατι. κ εγω ειμαι κατα του γαμου, αλλά μαλλον ηθελα να σιγουρευτω για το ποσο πολυ μαλακας ειναι.
-"κοιτα, ειχα σκοπο να παντρευτω οταν θα πλησιαζα τα σαραντα μου. ξερεις, θα εβρισκα μια πλουσια κορασιδα, κ θα περνουσα ανετα τη ζωη μου, αυτος ηταν ο στοχος μου" μου ειπε
-"κ απο αγαπη? πιστευεις στην αγαπη?' τον ρωτησα δηθεν απορημενος
-"αυτα ειναι για τους ηττοπαθεις! ποια αγαπη κ μαλακίες? εχεις λεφτα? ολα ειναι ενταξει! δεν εχεις? ε τοτε, δε κανεις τιποτα στη ζωη σου!" μου απαντησε με μια δοση σοφίας!
αυτα μου ελεγε λοιπον ο Τ, αυτα μου ελεγε κ με εξοργιζε ολο κ πιο πολυ. δε διεφερε πουθενα απο μια κλασσικη μανα, απο μια κλασσικη κορασιδα! τα ιδια σκατα ειναι!

ανυπομονουσα να ερθει η σταση μου να κατεβω (για την ακριβεια, δεν ηθελα να κατεβω, αλλά οπως προειπα, η δεσποινις Ζωη ειναι μεγαλη πουτανα). ηθελα αποψε να ειμαι μονος, κ αντι να γινει αυτο, περασα την ωρα μου με ενα (πρωην) φιλο μου, κ ειδικοτερα με τη νοοτροπια που παντα απεχθανομουν! ας ειναι, τουλαχιστον δε παμε στον ιδιο προορισμο, κατι ειναι κ αυτο!
 
το τρενο εφτασε στη προτελευταια σταση. κατευθυνθηκα προς την εξοδο.
ο Τ, με κοιταξε εκπληκτος!

-"εδω κατεβαινεις?" με ρωτησε με μεγαλη απορια!
-"ναι, εδω, στη προτελευταια σταση! εδω πολυ λεει "Κολαση".

με τρεμαμενη φωνη μου ειπε:
-"εγω γιατι κατεβαινω στο "Παραδεισο" κ εσυ οχι?"

τον κοιταξα με ενα ειρωνικο χαμογελο κ του ειπα:

-"διοτι, καλε μου Τ, ο Σατανας ειναι τοσο πονηρος, που μας εχει κανει να πιστεψουμε οτι ειναι ο Θεος!"



Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

"νήχυΕ-ςορΠ"

περιμενω μια καταιγιδα
μια δυνατη βροχη
να καθαρισει τη ζωη μου
να διωξει τους κακομοιρους
που ζουν απο το αιμα των αλλων.
περιμενω να τους δω να πεθαινουν
μεσα στην ιδια τους τη σκια.
κ εγω, καπνιζοντας,
να τραγουδω οσα αυτοι δεν αντεχουν.
καλε Θεουλη, (εσυ που δεν υπαρχεις)
ακουσε κ τη δικη μου προσευχη.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

"ςείεροΠ ςετυλά-ραΠ"

πηγαινω στο Αλφα,
πηγαινεις στο Βητα
ανεβαινω Πανω,
κατεβαινεις Κατω

ειμαι στο Σκοταδι,
οταν εισαι στο Φως
εχω Τρικυμια
οταν εχεις Γαληνη

Αγαλμα γινομαι
αν φτασω τα χειλη σου
θα εξαφανιστεις.

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

"όμθατσ οσεμάιδνε ςίρωχ ,ςολέΤ οτσ ησηννέΓ ητ οπΑ"

παραξενα τα παιχνιδια του Χρονου
σαν Ανεμος
γυρισε τις σελιδες της Ζωης μου
κ η Μνημη,
πιστή του υπηρετρια

εχτες εκανα ποδηλατο για πρωτη φορα,
χαρουμενος χαιρετησα ενα παππου
στον απεναντι δρομο.
σημερα με χαιρετησε ενα παιδι
απο τον απεναντι δρομο,
χαρουμενο που εκανε ποδηλατο
για πρωτη φορα.

που χαθηκαν τοσες πολλες σελιδες?
ειχαν εικονες? χρωματα?
ή ηταν σκορπιες λεξεις
σε βιβλιο χωρις νοημα?

η Μνημη ηττηθηκε απο το Χρονο...

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

"ίεΑ ιακ νύΝ"

ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα 
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα
ολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμεναολοιεκτοςαποεμενα