Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

(1/2) "υοΜ ασεΜ ςοάΧ οΤ"

βρισκομαι καθισμενος σε ενα τραπεζι.
διπλα μου, καθεται μια γυναικα. ειναι περιπου τριαντα χρονων, μελαχρινη. εχει ισια μαυρα μαλλια που φτανουν μεχρι τη μεση της. τα ματια της ειναι κ αυτα μαυρα, μου φαινεται γνωστη, αλλά δε ξερω απο που. βλεπω μονο οτι ειναι ομορφη.
διπλα της καθεται ενα παιδι. αγορι ειναι απο οτι βλεπω. μελαχρινο κ αυτο, μονο που εχει σγουρα μαλλια. πρεπει να ειναι περιπου δύο χρονων. κ αυτο γνωστο μου φαινεται, αλλά παλι δε ξερω απο που. εκεινη το ταιζει. τους κοιτω διακριτικα, καθως τρωω το φαγητο μου. καθομαστε στο ιδιο τραπεζι, μεσα στο σαλονι ενος σπιτιου, αγνωστο σε εμενα. την ακουω να του λεει ιστοριες για να φαει. εκεινο, την ακουει προσεκτικα καθως τρωει μπουκια μπουκια το φαγητο του.

η φωνη της ερχεται απο το βαθος, δε καταλαβαινω τι λεει. μερικες φορες την ακουω με παρασιτα, σα να ειναι μεταδοση απο ραδιο χωρις καλο σημα. κ ομως, ειναι διπλα μου. προσπαθω να θυμηθω απο που τους ξερω, αλλά δε μπορω.
εκεινη γυριζει προς το μερος μου, με ρωταει αν μου αρεσει το φαγητο. με λεει μαλιστα κ "αγαπη μου"!
τυπικα κουναω καταφατικα το κεφαλι μου. προσπαθω παλι να τη θυμηθω, αλλά δε τα καταφερνω.

δε ξερω πως βρεθηκα εδω. για την ακριβεια, δε ξερω καν ποιος ειμαι! αρχιζω κ φοβαμαι. ολα γυρω μου ειναι φυσιολογικα, μα νιωθω σα ξενος! σα παρεισακτος! δε ξερω καν πως ειμαι στο προσωπο!
κοιταω το κορμι μου. ειμαι αδυνατος, κ φοραω μαυρα ρουχα. αν κρινω απο τα χερια μου, πρεπει να ειμαι κ εγω κοντα τριαντα χρονων. τα δαχτυλα μου ειναι απαλα, τα νυχια μου περιποιημενα. αρα, (προσπαθωντας να σκεφτω ηρεμα παρολο το φοβο μου) υποψιαζομαι οτι πρεπει να μην εχω χειρονακτικη δουλεια. ισως δουλευω σε γραφειο, ισως ειμαι συγγραφεας, δε μπορω να σκεφτω. συνεχιζω τις σκεψεις μου, για να αποφυγω αυτη τη ξαφνικη απωλεια μνημης. το μυαλο μου ομως, ολο εκει γυριζει. κοιταω γυρω μου, δε βλεπω κανενα καθρεπτη.
αισθανομαι ενα πονο στο αριστερο μου ποδι. ισως καπου το εχω χτυπησει, σκεφτομαι, κ δε δινω περισσοτερη σημασια. σημασια εχει πως θελω να με δω, να δω πως ειμαι! θελω να θυμηθω ποιος ειμαι!
συνεχιζω να τρωω, συνεχιζω να δειχνω ηρεμος, ομως η αγωνια με πεθαινει.

βαζω το χερι μου στο προσωπο μου, ειναι το μονο που μπορω να κανω τωρα. ειναι το μονο, πριν σηκωθω ορθιος κ αρχιζω να φωναζω. πιανω τα μαγουλα μου, εχω τριχες στα μαγουλα μου. συνεχιζω διακριτικα να ψαχουλευω το προσωπο μου, κ διαπιστωνω οτι εχω μουσια! πολλα μουσια!
γαμωτο, μηπως ειμαι ιερεας? αποκλειεται, αυτο το ξερω σιγουρα. ολα μπορει να ειμαι, αλλά ιερεας οχι! θελω να κοιταξω τον εαυτο μου. να δω ποιος ειμαι. εχω ιδρωσει, κ φοβαμαι! φοβαμαι πολυ! αν ειχα παθει τιποτα, δε θα μπορουσα να καθομαι τωρα στο τραπεζι σκεφτομαι. προσωρινη απωλεια μνημης ειναι, λεω για να ησυχασω τον εαυτο μου! αλλά ο φοβος μου παραμενει! ο ιδρωτας συνεχιζει να κυλαει σε ολο μου το σωμα! θελω να σηκωθω, να βρω ενα καθρεπτη! θελω να με δω!

καθως τρωμε, προσεχω την ωρα στο ρολόι μου: 11:59.
το ρολόι στο τοιχο, δειχνει κ αυτο την ιδια ωρα.

η γυναικα διπλα μου μου λεει πως θα βαλει το μικρο για υπνο, κ πως θα ερθει μεσα να ξαπλωσουμε.
κουναω καταφατικα το κεφαλι. σηκωνεται παιρνει το μικρο αγκαλια, κ του λεει:" πες καληνυχτα στο μπαμπα". ξαφνιαστηκα! μπαμπας?? ειμαι εγω ο μπαμπας του παιδιου? πως εγινε αυτο? γιατι δε θυμαμαι τιποτα? ο μικρος μου γελασε, κ μηχανικα του γελασα κ εγω. ειχα αρχισει να απελπιζομαι ολο κ πιο πολυ!

μετα απο λιγο σηκωνομαι, πηγαινω γρηγορα στο μπανιο. εκει, σιγουρα θα εχει καθρεπτη!
η πρωτη πορτα που ανοιγω ομως, ειναι η εξωπορτα. "γαμωτο!" λεω. γυριζω πισω, πηγαινω προς το χωλ. εκει βλεπω μια πορτα. ακουω τη γυναικα να μιλαει στο παιδι, του λεει παραμυθι. την ανοιγω λιγο κ τους κοιταω. ποσο τρυφερα μιλαει στο γιο της! ποσο χαρουμενοι δειχνουν κ οι δύο τους! ζηλεψα λιγο. ή μαλλον, ζηλεψα αρκετα! εκλεισα ελαφρα τη πορτα, μη κανω θορυβο κ με καταλαβουν.

επρεπε να βρω καθρεπτη ομως! κ γρηγορα! απεναντι, βλεπω αλλη μια πορτα. την ανοιγω. ειναι το μπανιο. επιτελους! καθως στεκομαι, διπλα μου ειναι το επιπλο με το νιπτηρα. "ωραια, εδω εχει σιγουρα καθρεπτη" λεω! δισταζω! δισταζω να κοιταξω! φοβαμαι! φοβαμαι να με δω! πρεπει ομως! πρεπει! κλεινω τα ματια, κ καθομαι μπροστα στο καθρεπτη!
παιρνω βαθιες ανασες πριν τα ανοιξω. ελπιζω, μολις με δω, να με θυμηθω. να θυμηθω ποιος ειμαι!
ανοιγω ξαφνικα τα ματια, κ ...ο καθρεπτης λειπει! δεν ειναι εκει! δεν εχει καθρεπτη! μονο ενα σημειωμα στο τοιχο που γραφει: "αγαπη μου, πότε θα φερεις το καθρεπτη?"
"διαολε!" λεω σφιγγοντας τα χειλη μου! ο ιδρωτας ηδη πεφτει στα ματια μου! η καρδια μου χτυπαει δυνατα! ο φοβος, με εχει παγωσει!

"στο υπνοδωματιο!" λεω! εκει σιγουρα θα υπαρχει καθρεπτης! βγαινω εξω κ παω στη μονη πορτα που δεν ανοιξα, εκτος απο αυτην που ειναι το δωματιο του μικρου. την ανοιγω γρηγορα, κ ναι, ειναι το υπνοδωματιο! βλεπω μαλιστα κ το καθρεπτη! επιτελους, κοντευω να τρελαθω! τωρα, δε χρειαζεται παρα να κατσω μπροστα, κ να με δω! απλό ειναι, αν κ ξερω πως θα με δυσκολεψει! πηγαινω μπροστα στο καθρεπτη, με τη πλατη γυρισμενη.κλεινω παλι τα ματια μου.
παλι ακουω τη καρδια μου να χτυπα δυνατα! παλι φοβαμαι! ομως τωρα, το εχω παρει αποφαση! γυριζω με τα ματια κλειστα, κ στεκομαι με το προσωπο μου στο καθρεπτη. επιτελους! σε λιγο θα με δω! οσο κ αν με φοβιζει αυτο, προτιμω να με δω, παρα να πεθανω απο το φοβο του πως μοιαζω! ειμαι ετοιμος να ανοιξω τα ματια! μετραω απο μεσα μου: "τρια....δυο..."

ξαφνικα, ακουω μια γυναικεια φωνη!

"Γιατρε? ειστε καλα?"

κοιταω γυρω μου. ειμαι σε χειρουργειο! αναμεσα σε τυπους με χειρουργικες μασκες, ειμαι κ εγω! μπροστα μου, στο χειρουργικο τραπεζι, ενας ασθενης σε ναρκωση. στα χερια μου φοραω γαντια, κραταω ενα χειρουργικο εργαλειο! το κεφαλι του ασθενη, εχει ενα κοκκινο σημαδι στο κροταφο! προσπαθωντας να κρατησω τη ψυχραιμια μου της λεω:

"ενταξει ειμαι, σκουπισε μου λιγο τον ιδρωτα σε παρακαλω"

δε ξερω πως βρεθηκα τωρα εδω! ξερω πως πριν, ενιωθα ξενος σε ενα οικειο περιβαλλον, κ πως εδω, νιωθω οικεια σε ενα ξενο περιβαλλον! ξερω πως ειμαι γιατρος! προσπαθω να μη σκεφτομαι τιποτα τωρα. δεν ακουω τιποτα. ουτε το θορυβο που κανουν τα μηχανηματα, ουτε τους αλλους γιατρους. συνεχιζω με επιδεξιες κινησεις να κανω τη δουλεια μου. τωρα μου φαινονται ολα απλά. δε νιωθω ξενος.
οι κινησεις μου ειναι μηχανικες, μα εχουν τοση ομορφια! αισθανομαι σα μαεστρος! σα συνθετης ενος τελειου εργου μου! σα να το παρουσιαζω για πρωτη φορα στο κοινο! ειμαι σε εξαψη! αυτη τη φορα ο ιδρωτας, ειναι απο ικανοποιηση! με προσεκτικες κινησεις, αφαιρω απο το κεφαλι του ασθενη ενα μεταλλικο αντικειμενο. ειναι μια σφαιρα!
την αφηνω στο πλατυ πιατο που μου φερνει η νοσοκομα, κ υστερα, αρχιζω να περιποιουμαι το τραυμα. ολα ειναι ενταξει. αναλαμβανει αλλος γιατρος να κανει τα ραμματα. η δουλεια μου τελιωσε.
λιγο πριν αποχωρησω, κοιταω τον ασθενη. δε τον βλεπω καλα, τα σωληνακια, με εποδιζουν να δω το προσωπο του.

φευγω κ παω στο μπανιο να πλυθω. ειμαι γεματος αιματα, το δεξι μου ποδι με ποναει πολυ.απο την ορθοστασια ειναι σκεφτομαι. καθως προχωρω κουτσαινωντας, με πιανει παλι εκεινος ο παραξενος φοβος! ο διαδρομος στενευει. πνιγομαι παλι!

"ποιος ειμαι?" αναρρωτιεμαι.

ανοιγω γρηγορα τη πορτα. επιτελους! εδω εχει καθρεπτες! τωρα θα με δω! με χαμηλωμενο το βλεμμα, φτανω μπροστα στο καθρεπτη. παλι η καρδια μου χτυπαει δυνατα! παλι ο φοβος με εχει κυριευσει! ομως τωρα, ειμαι αποφασισμενος! τωρα θα με δω, οτι κ να γινει! τρεμαμενος σηκωνω το κεφαλι! μετραω παλι απο μεσα μου: "τρια...δυο...ενα"!!!

ανοιγω τα ματια μου ...κ με βλεπω! επιτελους με βλεπω! βλεπω το προσωπο μου!
ειμαι γυρω στα εξηντα, εχω κοντο ασπρο μαλλι, τα χαρακτηριστικα του προσωπου μου, ειναι απαλα. δεν εχω ρυτιδες, μονο κατι εχει το βλεμμα μου, αλλά δε μπορω να καταλαβω τι. δειχνω ομορφος παντως, ασχετα αν ακομα μου φαινομαι ξενος. πλενω τα χερια μου, ριχνω λιγο νερο στο προσωπο μου κ με ξανακοιτω.
ομως ...ειμαι αλλος τωρα! ειμαι αλλος!

η εικονα μου εχει αλλαξει! δεν ειμαι αυτος που ειδα πριν! ειμαι καποιος αλλος! ξαναριχνω νερο στο προσωπο μου, πιο πολυ αυτη τη φορα. προσπαθω πλενοντας το προσωπο μου να το καθαρισω. να το καθαρισω απο τις εικονες που ειδα. να βγει η κανονικη μου εικονα! ξανακοιτω το καθρεπτη, κ ...τωρα ειμαι παλι καποιος αλλος! καποιος που παλι μου φαινεται ξενος!
ο φοβος τωρα με εχει παραλυσει. εχει μουδιασει ολο μου το σωμα! με οση δυναμη καταφερα να βρω, ριχνω μια μπουνια στο καθρεπτη. ματωνει το χερι μου, αλλά δε δινω σημασια. προσεχω μονο τα κομματια που εχουν πεσει. εκει, σε καθε κομματι ξεχωριστα, βλεπω κ απο ενα διαφορετικο προσωπο! δε συγκρατω χαρακτηριστικα, βλεπω μονο πως καποιες εικονες στα κομματια γελανε! καποιες φωναζουν! αλλες κλαινε!

το ρολόι στο χερι μου, δειχνει παλι την ιδια ωρα: 11:59.

στεκομαι ακινητος, ο φοβος με εχει παραλυσει παλι! "ωστε λοιπον, τρελαθηκα?" σκεφτομαι.
δε ξερω ποιος ειμαι, δε ξερω τι ειμαι. ειμαι ενας αγνωστος αναμεσα σε ανθρωπους που δε ξερω, ή που δε θυμαμαι αν τους ξερω!

ξανα ακουω την ιδια φωνη να μου μιλαει!

"κυριε Εισαγγελεα, η σειρα σας. εχετε τιποτα να ρωτησετε το κατηγορουμενο?"

βρισκομαι στα εδρανα του δικαστηριου τωρα! η φωνη που ακουσα, ειναι της προεδρου. απεναντι μου εχω εναν κρατουμενο. αμεσως μου ερχονται ολα στο μυαλο. δικαζουμε το κατηγορουμενο διοτι σκοτωσε τη γυναικα του κ το παιδι του!
βεβαια! τωρα πραγματικα θυμαμαι! θυμαμαι ολη την υποθεση του, το φριχτο του εγκλημα.
θυμαμαι τις αντιδρασεις του κοσμου, ολα τα θυμαμαι! μεσα μου χαιρομαι! χαιρομαι διοτι αυτα που "εζησα" ως τωρα, ηταν απο το αγχος της δίκης. θυμαμαι που κατι παρομοιο ειχε παθει ο καθηγητης μας, οπως μας ειχε πει, οταν ημουν φοιτητης. ενιωσα σα να φευγει ενα τεραστιο βαρος απο πανω μου! η καρδια μου τωρα, χτυπουσε κανονικα, δεν ειχα ιδρωσει καθολου!
κοιταξα ελαφρα την εικονα του Ιησου πισω στο τοιχο, κ απο μεσα μου τον ευχαριστησα. πιστευα πως με ειχε σωσει απο τον εφιαλτη που περασα. ημουν πραγματι χαρουμενος!

"δεν εχω να προσθεσω τιποτα! ο κατηγορουμενος, δε μας επεισε για τη δηθεν απωλεια μνημης του" ειπα.

στο αριστερο μου χερι, ενιωσα ενα δυνατο πονο. δεν εδωσα σημασια. ημουν χαρουμενος γιατι πιστευα πως πλεον ηξερα ποιος ειμαι. προσπαθησα να κοιταξω καλυτερα το κατηγορουμενο, δε ξερω γιατι. η εικονα του ηταν θολη. για μια στιγμη, με επιασε ενας πανικος, αλλά αμεσως προσεξα οτι
κρατουσα στα χερια μου τα γυαλια μου. ανακουφιστηκα, δε θα αντεχα να συνεχιστει αυτος ο εφιαλτης. φορεσα λοιπον τα γυαλια μου, κ κοιταξα το κατηγορουμενο.

ομως, παλι δε μπορουσα να τον δω! η εικονα του παρεμεινε θολη! καθαρισα τα γυαλια μου, κ τα φορεσα βιαστικα. παλι η εικονα του ηταν θολη!
κοιταξα γυρω μου, ειδα τη προεδρο, τους δικηγορους, ακομα κ οσους καθοταν στις πισω θεσεις απεναντι μου.τους εβλεπα καθαρα! ξανακοιταξα το κατηγορουμενο, αλλά η εικονα του παρεμεινε θολη!

τωρα αρχισα να τρεμω! ο φοβος μου πλεον με εκαιγε! ηθελα να ουρλιαξω! να ουρλιαξω δυνατα! να διωξω ετσι αυτον τον εφιαλτη. δεν αντεχα αλλο. ηθελα ακομα κ να βαλω τα κλαμματα! να κλαψω δυνατα, να κλαψω με λυγμους! επιασα το κεφαλι μου με τα δυο μου χερια. η αιθουσα, ερχοταν απειλητικα κατα πανω μου. ο κοσμος το ιδιο. ακουω φωνες, γελια, κλαμματα! παλι!

η προεδρος του δικαστηριου ανακοινωνει τη ποινη. κατι σα δις ισοβια αν ακουσα καλα. δε με ενοιαζε ομως, δε με ενοιαζε καθολου! κατω απο τις επιδοκιμασιες του κοσμου για τη σωστη μας αποφαση, κατευθηνθηκαμε προς το πισω δωματιο. εριξα παλι μια ματια στο κατηγορουμενο, καθως τον επαιρναν οι αστυνομικοι. προσεξα οτι ειχε το κεφαλι του σκυμμενο, κ οτι δεν ειπε κουβεντα. κ φυσικα, το προσωπο του παρεμενε θωλο!

ασυναισθητα κοιτα το ρολόι στο τοιχο. καθολου δε ξαφνιαστηκα που εδειχνε την ιδια ωρα με το δικο μου. καθολου δε ξαφνιαστηκα που παλι εδειχνε 11:59!

στο δωματιο, εκατσα αμεσως στη πρωτη καρεκλα που βρηκα. ακουγα τους γυρω μου να μιλανε για το εγκλημα, για το ποσο φριχτο ηταν. δεν εδωσα βαση. επιασα παλι το κεφαλι μου με τα δυο μου χερια, προσπαθωντας να κρυφτω. δε ξερω απο τι, ξερω μονο οτι δεν ηθελα να δω κανεναν! να μην ακουω τιποτα πλεον!

γυρω μου τωρα σιγη. μια παγωμενη σιγη, που εκαιγε ομως τα κοκκαλα μου. προσπαθησα να ηρεμησω. οχι για πολυ ομως! γιατι παλι ακουσα μια φωνη να μου μιλαει! μια αντρικη φωνη!

"τελικα τι εγινε ρε φιλε?"

κοιταξα γυρω μου. ημουν κλεισμενος σε ενα κελι! μονος, χωρις κανεναν γυρω μου!

"ποιος μιλησε?" ρωτησα.

"εγω μιλησα, τι επαθες παλι?" μου ειπε η φωνη.

κοιταξα καλυτερα, απο το παραθυρακι της πορτας ειδα το δεσμοφυλακα. ενας τυπος λιγο πριν τη συνταξη φαινοταν, με παχυ μουστακι κ αδιαφορο βλεμμα.

"τιποτα δεν εγινε, μπορεις να με αφησεις ησυχο σε παρακαλω?" του ειπα.
εκεινος, μουρμουριζοντας, προχωρησε πιο περα.

εμεινα παλι μονος, παλι σε ενα περιβαλλον που δεν ηξερα πως βρεθηκα εκει, που παλι, δεν ηξερα ποιος ειμαι! πιθανον να ειμαι ο κατηγορουμενος σκεφτηκα. αυτος που σκοτωσε τη γυναικα του κ το παιδι του. αυτο πρεπει να ειναι, δε βρισκω αλλη εξηγηση. καποιας μορφης παρανοια με επισκευθηκε, αγνωστο γιατι, κ οσα ζω τωρα ειναι δικο της αποτελεσμα. προφανως ειχα παρανοησει, καπου, καπως, ειχα χασει τον ελεγχο της ζωης μου. συνηθως λενε οτι οι τρελοι δεν εχουν αισθηματα, ζουν σε ενα εντελως δικο τους κοσμο, σε μια δικη τους πραγματικοτητα. ετσι ενιωθα κ εγω, μονος, αναμεσα σε ζωες τριτων.

ξαπλωσα στο πατωμα. ηταν παγωμενο, αλλά δε με ενοιαζε. με ενοχλουσε μονο ο ξαφνικος πονος στο δεξι μου χερι. κ, αν κ ηταν δυνατος ο πονος, δεν αγχωθηκα καθολου. ειχα άλλα πραγματα, πιο σημαντικα να ασχοληθω.
εκλεισα τα ματια προσπαθωντας να θυμηθω. δε ξερω γιατι ηθελα να θυμηθω, ισως επειδη δεν ειχα τιποτα καλυτερο να κανω, ή ισως, επειδη δεν ενιωθα καμια ενοχη. μπορει ομως, κ να ηθελα να θυμηθω, μηπως ετσι περιορισω τις κρισεις φοβίας μου με πιανουν συχνα εδω κ λιγη ωρα. ή εδω κ...πολυ ωρα? ή μηπως ...μερες? πολλες μερες?
απωλεια αισθησης χρονου λοιπον! αλλο ενα συμπτωμα οτι καποια στιγμη (αγνωστο πότε) εκανα μια μεγαλη στροφη. δυσαρεστη βεβαια, ειδικα αν πραγματι εχω κανει αυτα που φαινεται πως εχω κανει. εγω, δε ξερω τιποτα παντως. εξακολουθω να μη ξερω τιποτα!

καθως ειχα ξαπλωσει στο κρυο πατωμα, βυθισμενος στις σκεψεις μου, μη μπορωντας να τις βαλω σε μία σειρα, το εδαφος αρχισε να με ρουφαει! να με καταπινει! πριν καταλαβω τι γινοταν, βρεθηκα σε ενα δρομο. το κρυο πατωμα, τωρα ηταν ενας δρομος. οχι συνηθισμενος δρομος, αλλά ενας ερημος σκοτεινος δρομος, με ψηλα κτιρια, κ με πολυ ...βλαπτηση!
τεραστια δενδρα κ φυτα ηταν γυρω μου, τα πιο πολλα εφταναν μεχρι τις κορυφες των κτιριων.
σηκωθηκα βιαστικα, ημουν πολυ τρομαγμενος. ενιωθα οτι εκανε κρυο. πολυ κρυο.
αρχισα να περπατω αναμεσα στα φυτα ξυπολυτος, τα ποδια μου αρχισαν να ματωνουν. δεν ηξερα που πηγαινα. ηθελα απλως να φυγω απο εκεινο το σημειο. ο φοβος μου ηταν οδηγος μου, κατι το οποίο δε με προβληματισε καθολου αφου ηδη ειχα ξεκινησει να απομακρυνομαι. καθως βαδιζα με δυσκολια απο τις πληγες στα ποδια μου κ στο σωμα μου, ακουσα παλι μία φωνη να μου λεει:

"συνεχισε το δρομο σου, κοντευεις να φτασεις"

γυρισα πισω να κοιταξω, αλλά δεν ειδα κανεναν. κοιταξα δεξια κ αριστερα, κ παλι δεν ειδα κανεναν. ομως, ενιωσα ενα παραξενο συναισθημα, κατι που οσο κ να φαινεται παραξενο, δεν ειχα ζησει ποτέ στο παρελθον. κ αυτο το συναισθημα, μου εφερε (αγνωστο για ποιο λογο) ανακουφιση. μεγαλη ανακουφιση! τι ενιωσα? αδιαφορία! μια τεραστια αδιαφορία! μαλλον μηχανικα ειχα γυρισει να δω ποιος μου μιλησε. αν ξανα ακουσω οποιαδηποτε φωνη, δε θα δωσω καμια σημασια. τωρα πλεον, εχω καταλαβει που πηγαινω. ποιος ειναι ο προορισμος μου. ειναι αυτο το αχνο οσο κ ζεστο φως στο τελος του δρομου. εκει πηγαινω.
δε ξερω τι ειναι εκει, δε με ενδιαφερει καθολου. σε λιγο θα εχω φτασει, αυτο μου αρκει!

καθως προχωρουσα, ενας πολυ δυνατος πονος με επιασε στο αριστερο μου ποδι. αβασταχτος πονος! αρχισα να ουρλιαζω με οση δυναμη ειχα. ζητουσα βοηθεια (αν κ απο οτι μπορω να θυμηθω δεν εχω ζητησει ποτέ μου βοηθεια για κανενα λογο). ματαια ομως. ημουν μονος. ο πονος χειροτερευε, δε μπορουσα να τον αντεξω. προφανως θα πεθαινα ουρλιαζωντας! κοιταξα το ποδι μου, ηταν γεματο αιματα, κ ...κομμενο! ακρωτηριασμενο απο το γοφο κ κατω! οχι, δε λιποθυμησα, αν κ δε θα ηταν ασχημη λυση αυτη. απλως το κοιταξα καθως ηταν πεσμενο πανω στα χορτα. κοιταξα το κοκκαλο ποσο ασπρο ηταν.
ενα κομμενο ποδι. ενα κομμενο ποδι γεματο αιματα, αναμεσα στη πυκνη βλαπτηση! το δικο μου ποδι!
φοβηθηκα οσο ποτέ δεν εχω φοβηθει στη ζωη μου ...αλλά συνεχισα να περπατω. με το ενα ποδι κ ακουμπωντας πανω στα δεντρα, συνεχισα. το φως ειχε αρχισει να δυναμωνει, ηθελα να το προλαβω. πιστευα οτι εκει θα βρω τις λυσεις που με απασχολουσαν, στο τι μου ειχε συμβει. κ δε με ενοιαζε καθολου τι κοστος θα πληρωνα!

κ βεβαια, δεν ηταν τοσο ευκολο οσο πιστευα! διοτι ξαφνικα, κ ενω εφτανα κοντα στο φως στην ακρη του δρομου, ενιωσα τον ιδιο πονο κ στο δεξι μου ποδι! επεσα κατω απο την ενταση του πονου.
παλι ουρλιαξα με ολη μου τη δυναμη! παλι δε με ακουσε κανεις φυσικα, μονο που αυτη τη φορα, φοβηθηκα περισσοτερο. φοβηθηκα να κοιταξω το ποδι μου. δεν ηθελα να δω αν κ αυτο ειχε ακρωτηριαστει!
κ ομως, κ αυτο ειχε πεσει διπλα, ανεξαρτητο πλεον απο το υπολοιπο σωμα μου!

αρχισα να πηγαινω ερπωντας με τα δυο μου χερια προς το φως. τωρα το ενιωθα, ηταν ζεστο, το ενιωθα πολυ οικειο. εφτανα! σε λιγο θα ημουν εκει! αυτο μονο με ενοιαζε τωρα, τιποτα αλλο!
σιγα σιγα, σα φιδι προχωρουσα. τα φυτα με εγδερναν στο προσωπο, ειχα γεμισει παντου αιματα. ομως σε λιγο θα εφτανα! πριν χαρω ομως, ενιωσα τον ιδιο πονο στο αριστερο μου χερι! παλι αυτος ο απιστευτος πονος! παλι ουρλιαξα, αν κ πιο πολυ ουρλιαξα γιατι πιστεψα οτι δε θα εφτανα στο φως! ηταν πιο πολυ απελπισια η κραυγη μου, παρα πονος. το αριστερο μου χερι ομως, μολις ειχε ακρωτηριαστει!
εστω κ με το ενα χερι, συνεχισα. ακομα πιο δυσκολα τωρα, μα συνεχιζα το δρομο μου. δεν ηθελα παρα ελαχιστα μετρα για να βρω αυτο που πιστευα πως ηταν η αληθεια μου. αυτο που κατα καποιο τροπο θα με ελευθερωνε, κ θα με εξαγνιζε.

λιγο πριν φτασω στο φως, ενα μετρο περιπου πριν, ενιωσα τον ιδιο πονο στο δεξι μου χερι! αρχισα να φωναζω. οχι επειδη πονουσα, αλλά επειδη ελαχιστα εκατοστα πριν φτασω, ακρωτηριαστηκε κ το δεξι μου χερι! για λιγα εκατοστα μονο! πανω που θα μπορουσα να λουστω με το φως, πανω που θα εβλεπα επιτελους κατι που πρωτη φορα στη ζωη μου ειχα λαχταρησει τοσο, κ ας μην ηξερα το λογο που το λαχταρουσα, δε τα καταφερα! εμεινα εκει, ενα σωμα χωρις χερια κ χωρις ποδια! εμεινα εκει να κλαιω σα μικρο παιδι! δεν εκλαιγα απο το πονο, αλλά απο στεναχωρια! απο λυπη κ απο απελπισια!

το ρολόι, στο πεσμενο στα χορτα δεξι μου χερι, εδειχνε 11:59
σε λιγα δεπτερολεπτα, η ωρα θα ηταν 12:00 ακριβως, κ εγω, δε θα ημουν πουθενα...

(συνεχιζεται...)

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

"ςείκοδσορΠ"

ειμαι το
τελευταιο φυλλο
αρνουμαι
να πεσω
να γινω χωμα
αρνουμαι
να αναστηθω παλι.
ψηλα θα πεταξω
να γινω αστερι
να φωτιζω
τον κοσμο σας
απο αποσταση.
αυτο θελω...

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

"ιενώρεμηΞ"


σε λιγο θα ξημερωσει. απο το μικρο παραθυρο, ο ηλιος θα μπει για τελευταια φορα στο δωματιο μου.
σε λιγο θα μου κανει παρεα, οχι πως θελω βεβαια, αλλά δε με χαλαει κιολας.
καθε πρωι παρολα αυτα, ανεβαινω στη καρεκλα, κ αφηνω τις ακτινες του να με ζεστανουν ελαφρα στο προσωπο. ισως, κ να θελω να με καψουν ...ισως ομως.
σημερα, δε θα το κανω. υστερα απο τοσες πολλες φορες, απο τοσα πολλα πρωινα, δε θα το κανω.

καθομαι στη καρεκλα, κ βαζω τα χερια μου στο κεφαλι. προσπαθω να γυρισω το χρονο πισω,
να δω τι ακριβως εγινε. ο χρονος δε γιατρευει καμια πληγη, ουτε καν τη ξεθωριαζει, ετσι νιωθω.
ετσι νιωθω, για αυτο που ειχα κανει λιγα χρονια πριν.
τοτε που ειχα νιωσει ποθο! εντονο ποθο! κ ζηλεια, πολυ ζηλεια! χωρις να καταλαβω τι εκανα, ειχα αφησει τα αισθηματα μου ελευθερα. το ποθο κ τη ζηλεια.

η ελευθερια τους, εγινε η σκλαβια μου. ουτε λυτρωση, ουτε τιποτα. μονο σκλαβια. ποιος θα μπορουσε να το φανταστει? εγω παντως, οχι!
απο μικρος ειχα μαθει να κρυβω τα αισθηματα μου, δε πιστευα ποτέ ομως, οτι θα γινοταν εκρηξη μεσα μου. ισως ηταν καλυτερα τωρα. ισως ομως.

γυρισα το κεφαλι μου διπλα, ειδα δύο ματια να με κοιτανε επιμονα, να μου διαπερνουν το κεφαλι, να μου τρυπανε το μυαλο.

-ξερεις τι? ατυχημα ηταν ...ειπα.
-αστα αυτα, επιτελους πες την αληθεια ...ειπε ο αλλος φωναζοντας δυνατα
-αληθεια λεω, καθομουν στην ακτη οταν την ειδα ξαφνικα μονη στη θαλασσα.
 προσπαθησα να τη σωσω.
-επιτελους! σταματησε να λες ψεμματα, σταματησε! μου ξαναειπε
-δε λεω ψεμματα, δε λεω., ηταν με τους γονεις της πριν, επαιζε με την αμμο. κατι προσπαθουσε να     φτιαξει, δε ξερω τι. δε καταλαβαν πως την εχασαν απο τα ματια τους
-ακομα κ τωρα αμετανοητος εισαι λοιπον?
-αληθεια λεω, πιστεψε με, σε παρακαλω!
-τοτε γιατι βρισκεσαι εδω? ε?? γιατι??? με ρωτησε εξαλλος
-δε ξερω, καποιο λαθος θα εχει γινει, καποιο λαθος...  κ μη φωναζεις σε παρακαλω, μη φωναζεις, ολα εγιναν τοσο γρηγορα, δε μπορω να θυμηθω
-μπορεις! μου απαντησε, μπορεις! θυμησου λοιπον! ...ειπε νευριασμενα.
-δε μπορω, δεν εχω δυναμη πλεον, ξερω μονο οτι με φυσουσε ο αερας δυνατα, οτι ο ηλιος εκαιγε τα σωθικα μου, δε ξερω τιποτα αλλο
-εχεις καταλαβει οτι σε λιγο ξημερωνει? οτι δε θα με ξαναδεις ποτέ? ...μου ειπε με ενα περιεργο τονο στη φωνη του.
-ναι, το εχω καταλαβει, κ χαιρομαι για αυτο. καθε βραδυ η παρεα σου εχει γινει πολυ κουραστικη. τουλαχιστον θα απαλλαγω απο εσενα.

ο αλλος γελασε. εριξα μια γροθια στο καθρεπτη, κ διεκοψα το διαλογο.

εμεινα παλι μονος. παλι μονος στην ησυχια μου.

πηρα ενα μικρο κουτι που ειχα φυλαγμενο. εβγαλα μια σελιδα χαρτι, κ ζωγραφισα ενα τριανταφυλλο.
ενα τριανταφυλλο που της εμοιαζε τοσο πολυ! σα να την εβλεπα μπροστα μου! ειχε τα χρωματα της, την αισθηση της! τη φιλησα νοερα πανω στα φυλλα της. μπορουσα να τη μυρισω! μπορουσα! δε της μιλησα, δε της ειπα κουβεντα. απλως τη κοιταξα για λιγο,
κ μετα ...εσκισα το χαρτι σε πολλά κομματια.

ανεβηκα παλι στη καρεκλα. κοιταξα εξω, δεν ειχε ξημερωσει. μονο ενα χελιδονι εκανε κυκλους στον ουρανο
"τι τυχερο" σκεφτηκα. "μπορει κ πεταει! ειναι ελευθερο!" το κοιταξα, μεχρι να χαθει μακρυα.

υστερα, αρχισα να ετοιμαζομαι, σε λιγο θα με εβλεπε κοσμος, κ ηθελα να δειχνω ομορφος. εφτιαξα τα ρουχα μου, κ οπως καθε ξημερωμα, καθαρισα το χωμα απο τα παπουτσια μου. ποτέ μου δε καταλαβα απο που ερχοταν το χωμα. ολη μερα ημουν κλεισμενος μεσα, δε πηγαινα πουθενα.

εβγαλα το ρολοι απο το χερι μου κ το αφησα στο κρεβατι. σταματημενο εδω κ χρονια, εδειχνε παντα την ιδια ωρα.
ηπια  τη τελευταια γουλια απο το γαλα μου. χρονια συνηθεια. μου θυμιζε τη μανα μου, που με κυνηγουσε να το πιω.
τωρα το επινα μονος μου, ισως για να της δειξω οτι εχω μεγαλωσει πλεον. ισως ομως.

ξαφνικα, ακουσα το κλειδι να ξεκλειδωνει τη σιδερενια πορτα. την ειδα να ανοιγει.
ειδα παλι τα προσωπα που αντιπαθουσα.

-εισαι ετοιμος? μου ειπαν
-ετοιμος ειμαι, ετοιμος απο καιρο ...αποκριθηκα

εριξα μια τελευταια ματια στο χωρο μου. ειχα αφησει τα λιγοστα μου υπαρχοντα εκει, ειχα αφησει τον εαυτο μου εκει, τον διαλογο που εκανα με εμενα καθε βραδυ, τον ειχα αφησει εκει.

τωρα, με περιμενε κοσμος. πολυς κοσμος...
τωρα, με περιμεναν να μου φωναξουν δυνατα, να μου δειξουν οτι δε με εχουν ξεχασει...
τωρα, με περιμενε η ηλεκτρικη καρεκλα...