Τρίτη 9 Απριλίου 2013

"ιενώρεμηΞ"


σε λιγο θα ξημερωσει. απο το μικρο παραθυρο, ο ηλιος θα μπει για τελευταια φορα στο δωματιο μου.
σε λιγο θα μου κανει παρεα, οχι πως θελω βεβαια, αλλά δε με χαλαει κιολας.
καθε πρωι παρολα αυτα, ανεβαινω στη καρεκλα, κ αφηνω τις ακτινες του να με ζεστανουν ελαφρα στο προσωπο. ισως, κ να θελω να με καψουν ...ισως ομως.
σημερα, δε θα το κανω. υστερα απο τοσες πολλες φορες, απο τοσα πολλα πρωινα, δε θα το κανω.

καθομαι στη καρεκλα, κ βαζω τα χερια μου στο κεφαλι. προσπαθω να γυρισω το χρονο πισω,
να δω τι ακριβως εγινε. ο χρονος δε γιατρευει καμια πληγη, ουτε καν τη ξεθωριαζει, ετσι νιωθω.
ετσι νιωθω, για αυτο που ειχα κανει λιγα χρονια πριν.
τοτε που ειχα νιωσει ποθο! εντονο ποθο! κ ζηλεια, πολυ ζηλεια! χωρις να καταλαβω τι εκανα, ειχα αφησει τα αισθηματα μου ελευθερα. το ποθο κ τη ζηλεια.

η ελευθερια τους, εγινε η σκλαβια μου. ουτε λυτρωση, ουτε τιποτα. μονο σκλαβια. ποιος θα μπορουσε να το φανταστει? εγω παντως, οχι!
απο μικρος ειχα μαθει να κρυβω τα αισθηματα μου, δε πιστευα ποτέ ομως, οτι θα γινοταν εκρηξη μεσα μου. ισως ηταν καλυτερα τωρα. ισως ομως.

γυρισα το κεφαλι μου διπλα, ειδα δύο ματια να με κοιτανε επιμονα, να μου διαπερνουν το κεφαλι, να μου τρυπανε το μυαλο.

-ξερεις τι? ατυχημα ηταν ...ειπα.
-αστα αυτα, επιτελους πες την αληθεια ...ειπε ο αλλος φωναζοντας δυνατα
-αληθεια λεω, καθομουν στην ακτη οταν την ειδα ξαφνικα μονη στη θαλασσα.
 προσπαθησα να τη σωσω.
-επιτελους! σταματησε να λες ψεμματα, σταματησε! μου ξαναειπε
-δε λεω ψεμματα, δε λεω., ηταν με τους γονεις της πριν, επαιζε με την αμμο. κατι προσπαθουσε να     φτιαξει, δε ξερω τι. δε καταλαβαν πως την εχασαν απο τα ματια τους
-ακομα κ τωρα αμετανοητος εισαι λοιπον?
-αληθεια λεω, πιστεψε με, σε παρακαλω!
-τοτε γιατι βρισκεσαι εδω? ε?? γιατι??? με ρωτησε εξαλλος
-δε ξερω, καποιο λαθος θα εχει γινει, καποιο λαθος...  κ μη φωναζεις σε παρακαλω, μη φωναζεις, ολα εγιναν τοσο γρηγορα, δε μπορω να θυμηθω
-μπορεις! μου απαντησε, μπορεις! θυμησου λοιπον! ...ειπε νευριασμενα.
-δε μπορω, δεν εχω δυναμη πλεον, ξερω μονο οτι με φυσουσε ο αερας δυνατα, οτι ο ηλιος εκαιγε τα σωθικα μου, δε ξερω τιποτα αλλο
-εχεις καταλαβει οτι σε λιγο ξημερωνει? οτι δε θα με ξαναδεις ποτέ? ...μου ειπε με ενα περιεργο τονο στη φωνη του.
-ναι, το εχω καταλαβει, κ χαιρομαι για αυτο. καθε βραδυ η παρεα σου εχει γινει πολυ κουραστικη. τουλαχιστον θα απαλλαγω απο εσενα.

ο αλλος γελασε. εριξα μια γροθια στο καθρεπτη, κ διεκοψα το διαλογο.

εμεινα παλι μονος. παλι μονος στην ησυχια μου.

πηρα ενα μικρο κουτι που ειχα φυλαγμενο. εβγαλα μια σελιδα χαρτι, κ ζωγραφισα ενα τριανταφυλλο.
ενα τριανταφυλλο που της εμοιαζε τοσο πολυ! σα να την εβλεπα μπροστα μου! ειχε τα χρωματα της, την αισθηση της! τη φιλησα νοερα πανω στα φυλλα της. μπορουσα να τη μυρισω! μπορουσα! δε της μιλησα, δε της ειπα κουβεντα. απλως τη κοιταξα για λιγο,
κ μετα ...εσκισα το χαρτι σε πολλά κομματια.

ανεβηκα παλι στη καρεκλα. κοιταξα εξω, δεν ειχε ξημερωσει. μονο ενα χελιδονι εκανε κυκλους στον ουρανο
"τι τυχερο" σκεφτηκα. "μπορει κ πεταει! ειναι ελευθερο!" το κοιταξα, μεχρι να χαθει μακρυα.

υστερα, αρχισα να ετοιμαζομαι, σε λιγο θα με εβλεπε κοσμος, κ ηθελα να δειχνω ομορφος. εφτιαξα τα ρουχα μου, κ οπως καθε ξημερωμα, καθαρισα το χωμα απο τα παπουτσια μου. ποτέ μου δε καταλαβα απο που ερχοταν το χωμα. ολη μερα ημουν κλεισμενος μεσα, δε πηγαινα πουθενα.

εβγαλα το ρολοι απο το χερι μου κ το αφησα στο κρεβατι. σταματημενο εδω κ χρονια, εδειχνε παντα την ιδια ωρα.
ηπια  τη τελευταια γουλια απο το γαλα μου. χρονια συνηθεια. μου θυμιζε τη μανα μου, που με κυνηγουσε να το πιω.
τωρα το επινα μονος μου, ισως για να της δειξω οτι εχω μεγαλωσει πλεον. ισως ομως.

ξαφνικα, ακουσα το κλειδι να ξεκλειδωνει τη σιδερενια πορτα. την ειδα να ανοιγει.
ειδα παλι τα προσωπα που αντιπαθουσα.

-εισαι ετοιμος? μου ειπαν
-ετοιμος ειμαι, ετοιμος απο καιρο ...αποκριθηκα

εριξα μια τελευταια ματια στο χωρο μου. ειχα αφησει τα λιγοστα μου υπαρχοντα εκει, ειχα αφησει τον εαυτο μου εκει, τον διαλογο που εκανα με εμενα καθε βραδυ, τον ειχα αφησει εκει.

τωρα, με περιμενε κοσμος. πολυς κοσμος...
τωρα, με περιμεναν να μου φωναξουν δυνατα, να μου δειξουν οτι δε με εχουν ξεχασει...
τωρα, με περιμενε η ηλεκτρικη καρεκλα...