Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

"νωτάμωΣ ησαλέραΠ"

Απλα περπατουσα στο δρομο. Σαν ολο το κοσμο, ετσι κ εγω ημουν ενας απο τους πολλους. Ισως απο τις ελαχιστες φορες στη ζωη μου που ενιωθα να υπαρχω αναμεσα σε ανθρωπους που δεν υπηρχαν. Κ ομως, κατα καποιο τροπο μου αρεσε. Οχι πολυ, αλλά μου αρεσε. ισως διοτι ηξερα οτι δεν θα κρατουσε πολυ, οτι θα ημουν ενας απο το πληθος για λιγο.

Δε θυμαμαι να με κοιταξε κανείς στα μάτια. Ολοι ειχαν το βλεμμα τους στο πουθενα, ακομα κ οταν κοιτουσαν μπροστα.Πραγματι, ειχε μια ομορφια αυτη η παρελαση σωματων! Ποιος ξερει ποιοι περασαν απο διπλα μου! Καλοι, κακοι, χοντροι, αδυνατοι, ψευτες, ειλικρινεις. Παρατηρουσα οτι ημουν ο μονος με αργο κ σταθερο βηματισμο, μια παραφωνια στο γρηγορο βαδισμα του κοπαδιου γυρω μου.

Ουτε για μια στιγμη δε σκεφθηκα να αλλαξω γνωμη. Ουτε για μια στιγμη δε σκεφθηκα μηπως κανω λαθος. Συμμαχος μου στη τηρηση της αποφασης μου το κοπαδι γυρω μου. Ποιος απο αυτους μπορει να ηταν αγνος? Ισως ελαχιστοι, αλλά με τα "ισως" δεν κανεις προοδο. Ηταν σαν ολοι αυτοι να με παρακαλουσαν (με καποιο περιεργο τροπο) να μη δειλιασω.  Φυσικα, οχι μονο δεν θα δισταζα, αλλά ημουν σε κατασταση ψυχικης γαληνης.

Μετα απο λιγο βρηκα το καταλληλο σημειο. Χωρις να εχω ακριβως δίπλα μου πολλα σωματα, αλλά ουτε κ μακρυα μου. Ημουν ετοιμος. Επιτελους σε λιγο θα ημουν ελευθερος. Επιτελους. σε λιγο πολλοι θα ημασταν ελευθεροι. Εβαλα το χερι μου στη τσεπη. Επιασα το κουμπι. Ηταν παγωμενο, αλλά μου εκαιγε το χερι απο τη ζεστη. Κοιταξα για τελευταια φορα τα κενα σωματα να βαδιζουν γρηγορα, αψυχα.

Υστερα, απλά πατησα το κουμπι...