Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

(7) "οίερταιχυΨ οτΣ ηκίλΑ Η"

"ςηκίλΑ ςηΤ ούΔ νορκιμΟ όνεΚ οΤ"
--------------------------------------------

η Αλικη καθοταν στο παγκακι, στην αυλη του Ψυχιατρειου. Εδειχνε να βαριεται πολυ. Καθε μερα εκανε σχεδον τα ιδια πραγματα, τιποτα δεν αλλαζε στο προγραμμα της εδω κ αρκετο καιρο.

Ξαφνικα, σηκωθηκε ορθια κ ειπε: "ε λοιπον, αυτο θα το αλλαξω τωρα!".

Αρχισε να περπαταει με γοργο βαδισμα, χωρις να ξερει που πηγαινει. Μετα απο λιγο αρχισε να τρεχει. Ποιος ξερει ποση ωρα ετρεξε, τι ταξιδι εκανε για να φτασει μπροστα απο ενα κυκλο.
Στην αρχη τον κοιταξε παραξενεμενη, ομως, αμεσως μετα δε διστασε να μπει μεσα στο κυκλο. Καθως περπατουσε παρατηρησε οτι το φως ολο κ αρχιζε να ελλατωνεται, μεχρι που εσβησε. Φοβηθηκε για λιγο, αλλά αποφασισε να συνεχισει. Καθως προχωρουσε, ειδε μπροστα της ενα ψαρι να καθεται σε μια καρεκλα.

Παραξενεμενη, το ρωτησε: "καλημερα, τι κάνεις εσυ εδω?"

Το ψαρι, τη κοιταξε με το ενα ματι του χωρις να απαντησει.
"μηπως μπορεις να με βοηθησεις? Νομιζω πως χαθηκα" του ειπε η Αλικη

Το ψαρι τη ξανακοιταξε με το ενα μου ματι κ της ειπε: " ο δρομος σου ειναι αυτος που αφησες".  Αμεσως μετα αρχισε να πεταει φευγοντας μακρια απο την Αλικη.

Η Αλικη δε καταλαβε τι εννοουσε το ψαρι, κ μη εχοντας τιποτα αλλο να κανει συνεχισε να περπαταει, αλλά τωρα δε πηγαινε ευθεια. Δε πηγαινε ουτε πισω, ουτε πανω ή κατω. Απλά περπατουσε.
Υστερα απο λιγη ωρα, η Αλικη εφτασε μπροστα σε ενα τοιχο. Απο μία χαραμαδα που ειχε ο τοιχος, αποφασισε να μπει μεσα, ετσι κ αλλιως δεν ειχε τιποτα να χασει.

Κ εδω το φως λιγοστευε ξανα, μεχρι που χαθηκε, ομως τωρα η Αλικη δε φοβοταν πολυ το σκοταδι. Ελπιζε, οπως κ πριν, πως αν κατι βρεθει στο δρομο της, θα μπορεσει -αγνωστο πως- να το δει στο σκοταδι.
Πραγματι, μετα απο λιγο ειδε ενα πεσμενο φυλλο δεντρου. Εσκυψε να το σηκωσει, κ προς μεγαλη της εκπληξη απο κατω βρισκοταν ενας γιγαντας. Ηταν τοσο ψηλος, που σχεδον δε μπορουσε να δει το προσωπο του.

"Συγγνωμη, εχω χαθει, μηπως μπορειτε να με βοηθησετε?" του ειπε
Εκεινος, εβγαλε ενα παραξενο, πριν αρχισει να γυριζει γρηγορα, πολυ γρηγορα, γυρω απο τον εαυτο του.
Λιγο πριν χαθει, της ειπε: "ο δρομος σου ειναι αυτος που αφησες"

Τωρα η Αλικη ηταν παλι μπερδεμενη. Ποιο δρομο αφησε? πότε κ που τον αφησε?

Μη εχοντας αλλη επιλογη, συνεχισε να περπαταει στο σκοταδι.
Τα βηματα χωρις σκοπό, τα βηματα που κανουμε χωρις νοημα, μερικες φορες εχουν σημασια. Οπως τωρα, που υστερα απο λιγη ωρα η Αλικη εφτασε μπροστα σε ενα κενό όμικρον δύο. Εκατσε αρκετη ωρα να το κοιταει χωρις να του πει κουβεντα. Το κενό όμικρον δύο, ουτε που τη προσεξε.
Η Αλικη εβηξε θελοντας να του τραβηξει τη προσοχη, το κενό όμικρον δύο, παλι δεν της εδωσε σημασια.

"συγγνωμη, μηπως μπορειτε να με βοηθησετε?" το ρωτησε
εκεινο, της εριξε μια πλάγια ματιά, σχεδον δε τη κοιταξε θα ελεγε κανείς. Ομως της απαντησε.

"φυσικα κ μπορω" της ειπε κ συνεχισε λεγοντας της "μαλιστα, εχω κ τη λυση σε οσα σε απασχολουν, αρκει να θελησεις να τη δεις πρωτα".

Η Αλικη δεν ηταν σιγουρη περι τινος πραγματος μιλουσε το κενό όμικρον δύο, ομως του απαντησε πως ηταν προθυμη να δει τη λυση, κ ας μη καταλαβαινε ποια ακριβως ηταν αυτη.

Τότε, το κενό όμικρον δύο, αρχισε να σπαει σε μικρα κομματια. Καθε κομματι του ηταν κ μια εικονα. Ολες αυτες οι εικονες, εφτιαχναν μαζι μια αλλη μεγαλυτερη εικονα, που δυστυχως, αυτη τη μεγαλυτερη εικονα η Αλικη δε μπορουσε να δει.

"μη φοβασαι, δεν θα την δεις αμεσως" της ειπε το κενό όμικρον δύο.

Η Αλικη πηρε μαζι της τις εικονες, κ πριν φυγει το ευχαριστησε. Ηταν χαρουμενη, που καταφερε να βρει μια λυση, ακομα κ αν δεν ηξερε τι λυση ηταν αυτη.

Στη διαδρομη προς το τελος, ηΑλικη ειχε μαζι της αυτες τις εικονες. Οποτε ενιωθε ασχημα, ανοιγε απο μία, κ χανοταν μεσα της για πολυ καιρο. Ετσι συνεχιζε να ζει η Αλικη, αδιαφορωντας για τη στιγμη που θα τελιωναν οι εικονες, αδιαφορωντας για το αν ποτέ θα εβλεπε τη μεγαλη εικονα, αδιαφορωντας ακομα κ για το αν θα εμενε για παντα μεσα στο κυκλο που ειχε μπει στην αρχη του ταξιδιου της.