Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

"ύομΕ άταΚ"

Οι στρατιωτες ηταν μεσα στα χαρακωματα. πολεμουσαν τον εχθρο απεναντι τους. τους χωριζε μια αποσταση εβδομηντα περιπου μετρων. στην ακρη της καθε πλευρας, καβαλα στο αλογο τους στεκονταν οι Στρατηγοι. παρακολουθουσαν τους στρατιωτες τους να πολεμανε. πολεμουσαν οχι για
τη Πατριδα τους, οχι για τα Ιδανικα τους. πολεμουσαν στο ονομα του Βασιλια! η μαχη ηταν σκληρη. οι σφαιρες σφυριζαν πανω απο τα κεφαλια τους. πολλοι στρατιωτες επεφταν νεκροι, βαφωντας κοκκινο το χιονισμενο τοπιο με το αιμα τους. αλλοι, τραυματιζονταν, τα ουρλιαχτα τους, εκοβαν το παγωμενο αερα. σε λιγο, θα εκαναν τη τελευταια εφοδο. η μαχη θα ηταν σωμα με σωμα. οι σφαιρες θα εδιναν τη θεση τους στις ξιφολογχες. νικητης θα ηταν αυτος που θα ειχε τους περισσοτερους
ζωντανους. ακομα κ αν υπηρχε μονο ενας ζωντανος, αυτος θα ηταν ο νικητης! ολα αυτα, στο ονομα του Βασιλια! ομως οι στρατιωτες ηταν ηδη κουρασμενοι. οχι μονο απο τη μαχη, κουρασμενοι απο το Βασιλια τους. η εικονα του ξεθωριαζε, δε πιστευαν πλεον σε αυτον. δεν ηθελαν να πολεμησουν αλλο! ανημποροι ομως, συνεχιζαν να πολεμουν. οι Στρατηγοι, αταραχοι τους κοιτουσαν να σκοτωνονται, να τραυματιζονται. μονο η νικη ειχε σημασια για αυτους, με οποιοδηποτε κοστος.

τωρα υπηρχε ησυχια. μια ησυχια που σου παγωνε το αιμα. ολοι περιμεναν να ακουσουν τον ηχο της τρομπετας. κ τοτε, θα ορμουσαν απεναντι στον εχθρο! θα ορμουσαν να τον σκοτωσουν, ειτε με τη ξιφολογχη, ειτε ακομα με τα ιδια τους τα χερια! ο χρονος ομως δε κυλουσε, η αναμονη του ηχου της
τρομπετας ηταν ατελιωτη. ο Θανατος τους περιμενε καρτερικα, καθως οι στρατιωτες ηξεραν οτι δε θα ζησουν. οτι ηταν μια ματαιη μαχη, μια ματαιη μαχη στο ονομα του Βασιλια!
οι Στρατηγοι, περιμεναν να δωσουν το συνθημα για να ηχησει η τρομπετα. το συνθημα που θα σημαινε το οριστικο τελος αυτης της μαχης. θα σηκωναν το χερι ψηλα, μολις το κατεβαζαν, η τρομπετα θα ηχουσε. οι στρατιωτες, γεματοι λυσσα για τον εχθρο, θα ορμουσαν σα ζωα να τον κατασπαραξουν.

η ωρα πλησιαζε, οι καρδιες των στρατιωτων ακουγονταν τωρα. κ οι δύο πλευρες περιμεναν να δουν τους Στρατηγους τους να σηκωσουν τα χερια, να δωσουν το συνθημα της τελικης μαχης!
οι Στρατηγοι, ηταν πανομοιοτυποι. φορουσαν τα ιδια ρουχα, ηταν καβαλα σε ασπρα αλογα, ηταν το ιδιο ανεκφραστοι! ολοι, τους κοιτουσαν, περιμενωντας το τελικο συνθημα. περιμενοντας να πεθανουν για το Βασιλια!

με μια συγχρονισμενη κινηση, οι Στρατηγοι κρατησαν στα χερια τους τα σπαθια τους. μολις τα σηκωναν στον αερα, η τρομπετα θα ηχουσε για τελευταια φορα.  τοτε, θα αρχιζε η τελικη μαχη, τοτε θα αρχιζε ο τελικος Θανατος! τωρα, ολοι οι στρατιωτες ηταν ετοιμοι να σκοτωσουν, ετοιμοι να σκοτωθουν!

οι Στρατηγοι ομως, αφησαν τα σπαθια τους απο τα χερια. με συγχρονισμενες κινησεις, ξεπεζεψαν απο τα αλογα τους. κ οι δύο, πηραν μια θηκη απο τις σελες τον αλογων τους. με στρατιωτικη πειθαρχια στο βηματισμο τους, αρχισαν να προχωραν στη μεση των δύο χαρακωματων. οι στρατιωτες εκπληκτοι τους κοιτουσαν. παντου τωρα επικρατουσε απολυτη ησυχια. ουτε οι αναπνοες των στρατιωτων δεν ακουγονταν. οι Λοχαγοι, αφου εφτασαν στη μεση των χαρακωματων, σταματησαν. εντελως συγχρονισμενα, σα να τους κατευθηνε μια μουσικη που κανείς δε μπορουσε να ακουσει. γυρισαν κ κοιταξαν ο ενας τον αλλο. μετα απο λιγο, αρχισαν με τον ιδιο βηματισμο να προχωρανε μπροστα. μεχρι να βρεθουν προσωπο με προσωπο. οταν εφτασαν κοντα, κοιταχτηκαν στα μάτια. ειχαν το ιδιο παγερο κ ανεκφραστο βλεμμα. χωρις να πουν κουβεντα, ανοιξαν τη θηκη. με τον ιδιο ρυθμο, εβγαλαν απο μεσα ενα κομματι ξυλο, κ ενα λευκο πανι! εδεσαν το πανι στο ξυλο. υστερα το καρφωσαν στο εδαφος. ηταν λευκη σημαια! οι δύο Στρατηγοι, αποφασισαν να παραδοθουν! αποφασισαν να μη πεθανουν στο ονομα του Βασιλια τους! οι στρατιωτες, βουβοι τους κοιτουσαν. δεν ειχαν καμια αισθηση τωρα. ουτε της νικης, ουτε της ηττας, ουτε της Ζωης ή του Θανατου! αφου καρφωσαν τις λευκες σημαιες οι Στρατηγοι, εκαναν τρια βηματα προς τα πισω. ολες οι μεχρι τωρα κινησεις τους ηταν ιδιες. σα μια χορογραφια, σα μια χορογραφια, που κανείς δεν ηξερε πως θα τελιωσει! κανείς, εκτος απο τους Στρατηγους!

στο κεντρο της μαχης, με τα ματια των στρατιωτων καρφωμενα επανω τους, οι δύο Στρατηγοι ηταν τωρα οι πρωταγωνιστες! με τις ιδιες ακριβως κινησεις, εβγαλαν τα οπλα τους. τα κρατησαν στα
χερια. σε λιγα δεπτερολεπτα, ο ενας θα εδινε το οπλο του στον αλλον. κ η μαχη, η μαχη που θα γινοταν στο ονομα του Βασιλια, δε θα τελειωνε ποτέ! με τα οπλα στα χερια, οι δύο Στρατηγοι κοιταχτηκαν παλι στα ματια. κανείς δε ξερει τι μπορει να σκεφτοταν, κανείς δε ξερει ποια αισθηματα
ειχαν μεσα τους! θαρρος, που διαλεξαν να ζησουν? ή μηπως δειλία που φοβηθηκαν να πεθανουν?
οι Στρατηγοι ομως ηξεραν! ετσι, σηκωσαν τα οπλα τους ακουμπωντας τις καννες στους κροταφους τους! ενας πυροβολισμος ακουστηκε. οι δύο στρατηγοι, πανομοιοτυπα (οπως εκαναν μεχρι τωρα) επεσαν στο εδαφος.

κανείς ποτέ δεν βρηκε τους στρατιωτες. κανείς ποτέ δεν εμαθε που εγινε αυτη η μαχη. ενα πτωμα μονο βρεθηκε, με σημαδι στο κροταφο του. ενα παγωμενο πτωμα, που στο χερι του κρατουσε σφιχτα ενα περιστροφο!