Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

"...αμόκΑ αιεθάπσορΠ αιΜ"

Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν λίγο πνιγηρή. Ακόμα και ο φωτισμός ήταν λειψός ή έτσι, τελοσπάντων, τον ένιωθε. Το τσάι δίπλα του άχνιζε, μύριζε ρόδο. Προορισμένο για να τον ηρεμίσει λίγο, αλλά ήταν σίγουρος πως δεν θα είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Κοίταξε την ημερομηνία απέναντι και οι παλάμες του ίδρωσαν. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι άφησε το κεφάλι να γύρει πίσω, κλείνοντας τα μάτια. Η βοή τον έκανε να αναπηδήσει. Το δωμάτιο φωτίστηκε, λες και ήταν μέρα. Κοίταξε από το παράθυρο και ειδε τον ουρανο συννεφιασμενο. σε λιγο θα βραδυαζε, δεν ειχε πολυ ωρα μπροστα του. επρεπε να προλαβει. επρεπε να προλαβει να σπασει το χρονο, να τον νικησει για λιγο. ηταν το τελευταιο πραγμα που ηθελε να κανει. ηταν μια ανιση μαχη, αλλά η τελευταια που θα χρειαζοταν να δωσει. 
σηκωθηκε απο το κρεβατι του, αφησε οσους ηταν γυρω του μονους, στις φωνες τους, στα τραγουδια τους. χωρις να πει λεξη σε κανεναν βγηκε τρεχωντας στο δρομο. περνουσε αναμεσα απο το κοσμο, ετρεχε αντιθετα απο αυτους. το πληθος περπατουσε με μηχανικο βηματισμο, ανεκφραστο.
εκεινος ηταν μια μικρη αναρχια αναμεσα στην ισορροπια τους. στο δρομο του, περασε απο το γραφειο που δουλευε. ηταν η πρωτη δουλεια που ειχε πιασει, κ προσωρινη οπως ειχε πει στον εαυτο του. ομως ηταν ηδη τριαντα χρονων, το προσωρινο, ειχε γινει μονιμο. ειναι αυτες οι στιγμες που γινονται ωρες, κ που τελικα γινονται ολοκληρη ζωη! ειδε κοσμο μεσα, ειδε τους συναδελφους του να δουλευουν. δε σταματησε ομως να τους μιλησει. συνεχισε να τρεχει. καθως ετρεχε περασε απο τα σπιτια των φιλων του. τα ειδε μπροστα του, καθως ο Ηλιος τα φωτιζε. ειδε τους φιλους του να καθονται αμεριμνοι στις αυλες τους. ηταν ολοι μαζι με τις οικογενειες τους. κανείς τους δε τον προσεξε, ηταν σα να μην υπηρχε. ομως κ αυτος, δεν ηθελε να σταματησει. δεν ηθελε να τους
μιλησει. δεν ειχε χρονο, επρεπε να προλαβει. 
συνεχισε να τρεχει. ο Ηλιος γινοταν ολο κ πιο δυνατος. ενιωθε να του καιει το δερμα. περασε μπροστα απο το σχολειο του. ειδε τους παλιους του συμμαθητες να παιζουν στην αυλη. κοντοσταθηκε για λιγο. τους ειδε να γελανε αθωα, να μην εχουν καμια εγνοια. ηθελε να τους μιλησει, αλλά ηξερε οτι ηταν ματαιο. ενιωσε ασχημα, ενιωσε μια πίκρα. ενιωσε παλι την αισθηση της απωλειας των ονειρων του. δυστυχως η Μοιρα ειχε άλλα σχεδια για εκεινον. κ αυτος ηταν αδυναμος μπροστα της! ηταν η εποχη που ολα τα παιδια εκαναν ονειρα για το μελλον. εκεινος ομως, ηταν ο μοναδικος που εκανε ονειρα για το παρελθον! ειδε επισης τη πρωτη του κοπελα να καθεται μονη της στην αυλη. θυμηθηκε τη πρωτη φορα που της μιλησε. ηταν ακριβως στην ιδια θεση. ηταν η πρωτη του αγαπη, κ η μοναδικη. καθως τη κοιτουσε, η εικονα της κοπελλας αρχισε να θολωνει απο τα δακρυα στα μάτια του, που κυλουσαν στο προσωπο του. μακαρι να μπορουσε να της μιλησει! ποσο πολυ το ηθελε! ηξερε ομως, οτι κ αυτο, ηταν ματαιο! εξαλλου, ο χρονος τον πιεζε αφορητα. δεν ηξερε αν θα προλαβει. συνεχισε να τρεχει. να τρεχει ολο κ πιο γρηγορα! με οση δυναμη ειχε, ετρεχε!
ηθελε να προλαβει, πριν τον αλλαξει ο χρονος! επρεπε να φτασει στο τελος, στην αρχη. κ μετα, να γυρισει πισω. το αγχος του ηταν ηδη μεγαλο, ο Ηλιος συνεχιζε να τον καιει! οσο πλησιαζε στο τελος, (αυτο που εκεινος θεωρουσε αρχη), η προσπαθεια του γινοταν ακομα πιο δυσκολη! ειχε ομως μία ευκαιρια! μία ευκαιρια μονο! περασε μπροστα απο το παλιο δασακι. εκει που τωρα ειχαν κτιστει πολυκατοικιες. κάποτε, εκει επαιζε ποδοσφαιρο με τους φιλους του. μπορουσε ακομα να ακουσει τις φωνες τους, μπορουσε να ακουσει παλι τις διαφωνιες αν ηταν γκολ, ή αν δεν ηταν! τοτε εκανε ονειρα να γινει ποδοσφαιριστης. ονειρα που δε κρατησαν πολυ! αλλά αυτο δε το ηξερε τοτε, το εμαθε μετα απο λιγα χρονια. ο Ηλιος συνεχισε να τον καιει ολο κ πιο πολυ. ειχε κουραστει, οι δυναμεις του τελειωναν. ομως δεν ηταν μακρυα απο το προορισμο του.
ηθελε λιγο να φτασει μεχρι τη γωνια του δρομου, εκει που ξεκινησαν ολα! σιγα σιγα, εφτασε λοιπον μπροστα απο ενα μεγαλο σπιτι. ενα αρχοντικο ηταν, με μεγαλη αυλη κ δεντρα γυρω γυρω. η οικογενεια που ειχε το σπιτι ηταν πολυ πλουσια. ειχε μαλιστα κ δύο αγορια που αγαπουσε πολυ.
ειχαν φροντισει οι γονεις τους για να εχουν ενα καλο μελλον. μεχρι κ τα σχολεια που θα πηγαιναν ειχαν βρει! σε αυτη την οικογενεια λοιπον, η μητερα του Κ, τον ειχε αφησει στα σκαλια της εξωπορτας οταν ηταν μωρο. οχι επειδη ηταν μονη, ουτε επειδη ηταν πτωχη. αλλά επειδη πριν λιγες μερες της ειχε πει ο γιατρος της οτι δεν ειχε παραπανω απο δύο μηνες ζωης! ετσι, πιστεψε οτι αυτη η πλουσια οικογενεια θα μεγαλωνε το γιο της, τον μικρο Κ, χωρις να του λειψει τιποτα. 
εκανε ομως λαθος! η οικογενεια πραγματι πηρε το μικρο Κ μαζι της, αλλά ουτε τα δύο του αδερφια τον συμπαθησαν ποτε, ουτε ο πατριος του, κ δυστυχως ουτε η μητρια του! οταν ο Κ, εγινε δεκαπεντε χρονων, του ειπαν την αληθεια. του ειπαν οτι τον βρηκαν στην εξωπορτα, οτι δεν ηταν δικο τους παιδι! τοτε ο Κ, αποφασισε να φυγει απο το σπιτι κ να μη γυρισει ποτέ πισω. δεν εφυγε επειδη ηταν ξενος, οσο επειδη δεν ειχε ζησει καθολου καλα. το γεγονος ομως οτι δεν ηταν η οικογενεια του επαιξε μεγαλο ρολο στη φυγη του. ο κοσμος του, ειχε γκρεμιστει, το μονο που μπορουσε να κανει
ηταν αυτο που ορκιστηκε. να μη γυρισει ποτέ του πισω! τωρα ομως γυρισε! 
ηταν εξω απο το σπιτι που μεγαλωσε! γυρισε γιατι ειχε λογο να γυρισει. σημαντικο λογο! προχωρησε μεχρι τα σκαλια που οδηγουσαν στη πορτα του σπιτιου. ειδε απο εξω να βρισκεται ενα παιδικο καλαθι. μολις το ειδε αρχισε να κλαιει, δε μπορουσε να μη κλαψει! προσεκτικα σηκωσε το μικρο αγορι που ηταν στο καλαθι. το πηρε αγκαλια. πηρε αγκαλια τον εαυτο του! δε μπορουσε να ακουμπησει το μικρο, αλλά κ μονο που το ειχε στην αγκαλια του, ηταν αρκετο! του ψυθυρισε καποια λογια, του ειπε οτι παντα θα τον αγαπα, του ζητησε να τον συγχωρεσει που δεν εκανε τα ονειρα τους πραγματικοτητα! υστερα εφυγε. το σκοπο του τον ειχε καταφερει! ελπιζε κ ο εαυτος του να τον συγχωρουσε, αλλά αυτο δε το ηξερε! αρχισε να τρεχει τωρα προς τα πισω, επρεπε να προλαβει! το κρυο ομως ηταν αφορητο, δε μπορουσε να το αντεξει. προχωρουσε ολο κ πιο σιγα μεχρι που κουραστηκε. οι δυναμεις του τον εγκατελειψαν! ακριβως στη μεση της διαδρομης! καθησε στο παγωμενο πεζοδρομιο. τα δακρυα του θολωναν την εικονα του δρομου, την εικονα των ανθρωπων! μονο την ανασα του μπορουσε να ακουσει, τιποτα αλλο! 
ξαφνικα, ενας ζεστος αερας τον τυλιξε. τον σηκωσε ψηλα, πολυ ψηλα, κ με απιστευτη ταχυτητα τον πηγε στην αρχη. τον ξαπλωσε στο κρεβατι του. υστερα ο αερας χαθηκε. εκεινος εμεινε ξαπλωμενος, με τα μάτια κλειστα, με τα χερια σταυρωμενα στο στηθος του. τον αφησε στο τελος του, μεσα στην εκκλησια, με τους λιγοστους γνωστους, το λιβανι να μυριζει στην ατμοσφαιρα, τα λιγοστα αναμμενα κερια. ο καλος Θεουλης, εστω κ τη τελευταια στιγμη, βοηθησε το μικρο Κ!