Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

"ςολκυκόραγγεΦ"

καθομουν στη παραλια μονος. σε λιγο θα βραδυαζε, κ εγω ηθελα να δω τη πανσεληνο, το γεματο φεγγαρι. ηθελα να το δω να καθρεπτιζεται στη θαλασσα. εχω ακουσει διάφορες ιστοριες για τη πανσεληνο. μερικοι τη λενε κ φεγγαροκυκλο. συνηθως η πανσεληνος επηρρεαζει τους ανθρωπους. υπαρχουν πολλες ιστοριες σχετικα με αυτη. βεβαια δε τις πιστευω, θεωρω πως ειναι για μικρα παιδια ή για τους αδαεις αυτες οι ιστοριες. εγω εξαλλου, ειμαι καθηγητης μαθηματικων, δε γινεται να παρασυρομαι με αυτα. η ηρεμια της παραλιας, ο απαλος ηχος των κυμματων, με εκανε να αισθανομαι ομορφα. να ξεχναω τη καθημερινοτητα, να ξεχναω το θορυβο που συχνα πυκνα ειχα στο κεφαλι μου. αποψε ομως, θα ειχα κατορθωσει να δω τη πανσεληνο απο το σημειο που ηθελα. αποψε θα τα καταφερνα. αυτο κ μονο, μου ηταν αρκετο. αναψα ενα τσιγαρο, μου αρεσει να καπνιζω οταν ειμαι μονος. δυστυχως, ειμαι καθε μερα μονος. ο μονος κοσμος που βλεπω ειναι στο σχολειο. οι μαθητες μου, οι φιλοι μου οι καθηγητες κ ...κανενας αλλος. πριν χρονια, συζουσα με μια κοπελλα, ειχαμε κανονισει να παντρευτουμε. ξαφνικα ομως, πριν δύο μηνες με παρατησε, εφυγε απο το σπιτι, κ δε την ειδα ποτέ. θυμαμαι ακομα το σημειωμα που μου ειχε αφησει. για την ακριβεια, το εχω παντα μαζι μου, στη μεσα τσεπη απο το σακακι μου, αυτη που βρισκεται στο υψος της καρδιας.

 "αγαπημενε μου Κ, δεν αντεχω αλλο μαζι σου. φευγω κ δε θα γυρισω παλι. πηγαινε σε παρακαλω σε ενα γιατρο, μη το αμελεις αλλο. σε φιλω, η Μ σου".

απο τοτε, ο θορυβος στο κεφαλι μου ηταν ολο κ πιο συχνος, ολο κ πιο εντονος. φυσικα κ δε πηγα στο γιατρο, εξαλλου, ειμαι μια χαρα. ομως η φυγη της, ειναι κατι που δε μπορω να ξεχασω. κοιταω παντα γυρω μου μηπως τη δω πουθενα. στο δρομο, στο λεωφορειο, ακομα κ μεσα στη ταξη κοιταω, ευχομαι να τη δω. κ τωρα, εδω σε αυτη την ερημη παραλια, ευχομαι να τη δω. ευχομαι να μου χαμογελασει, να ερθει στην αγκαλια μου, να δουμε μαζι το φεγγαροκυκλο. ξαφνικα, οπως ημουν βυθισμενος στις σκεψεις μου, με το θορυβο στο κεφαλι μου να γινεται ολο κ πιο δυνατος, ειδα καποιον να κολυμπαει μεσα στη θαλασσα. κολυμπουσε καπως παραξενα, δεν ειχα δει ανθρωπο να κολυμπαει ετσι. τον κοιταξα καλυτερα, καταλαβα οτι δε κολυμπουσε. καταλαβα οτι πνιγοταν! αμεσως βουτηξα στη θαλασσα, μονο τα παπουτσια μου εβγαλα, κ αυτα απο ενστικτο, οχι απο σκεψη. κολυμπησα γρηγορα, επρεπε να τον φτασω πριν πνιγει. μολις τον πλησιασα, αρχισε να φωναζει πιο δυνατα. χτυπουσε με τα χερια του το νερο, χτυπουσε εμενα. δε μπορουσα να τον πιασω. πανω που τα καταφερνα, βυθιζοταν στη θαλασσα. προσπαθησα αρκετα, καταφερα να τον γυρισω, κ κρατωντας τον με το ενα χερι κολυμπουσα με το αλλο προς την ακτη. με δυσκολια τον εβγαλα στη παραλια. εκει, ειχε μαζευτει κοσμος. κοσμος που φωναζε. δε ξερω τι φωναζε, δε μπορουσα να τον ακουσω. δε ξερω γιατι η αστυνομια με συνελαβε. του εσωσα τη ζωη, δε τον επνιξα. ξερω μονο, οτι αυτος ο θορυβος στο κεφαλι μου, επιτελους ειχε σταματησει.