Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

"ιαμυονρΑ"

προχωρουσα στο πεζοδρομιο.
αναμεσα στους περαστικους, αναμεσα στα σταθμευμενα αυτοκινητα.
πολλες φορες αναγκαζομουν να κατεβω στο δρομο για να συνεχισω.
τοσα χρονια στο αναπηρικο καροτσακι, ειχα μαθει, αλλά δεν ειχα συνηθισει. προσαρμογη το λενε καποιοι, αναγκαιο κακο το αποκαλω εγω.
παρολα αυτα, συνεχιζα να ζω, οχι οπως θα ηθελα, αλλά οπως αναγκαστηκα.

δεν εκανα οικογενεια, μετα το θανατο των γονιων μου, εμεινα ολομοναχος. δεν αγαπησα  ποτέ, ισως γιατι κατα βαθος δεν αγαπησα πολυ τον εαυτο μου, τη κατασταση μου.
ειχα καταφερει να εχω μία δουλεια σε μια δημοσια υπηρεσια, μπορουσα παρολες τις δυσκολιες να ζω σχεδον φυσιολογικα.

ειμαι κοντα σαραντα χρονων, αλλά στην οψη δειχνω πολυ μεγαλυτερος.
δε με ενοχλει αυτο.
 "ο καθενας μας εχει τα βασανα του" συνηθιζω να λεω.

καθως προχωρουσα, εμφανιστηκε μπροστα μου ενα φως. ενα δυνατο φως. διεκρινα μία μορφη, τη μορφη ενος γεροντα.
σαστισα για λιγο, αναρωτηθηκα αν ηταν απλά η φαντασια μου, ή αν ηταν πραγματικοτητα.
ακουσα μία φωνη να μου μιλα, μία παραξενη φωνη, που ομοια της δεν ειχα ξανακουσει. ειχε μια ζέστη αυτη η φωνη, ειχε κατι που με εκανε να νιωσω αμεσως ομορφα.

"θα σου πραγματοποιησω μία σου επιθυμια, οποια επιθυμια εσυ θελεις" μου ειπε.

για μερικα δεπτερολεπτα δεν ηξερα τι να πω, καθομουν βουβος στο αναπηρικο μου καροτσακι.
η μορφη του γεροντα, μου χαμογελασε.
εγω, εξακολουθουσα να καθομαι βουβος.

εκλεισα τα ματια μου, κ γυρισα το χρονο πισω, πολυ πισω.
τοτε που ημουν επτα χρονων.
βρεθηκα εξω απο την αυλη του σπιτιου μου, ειδα τους γονεις μου να συζητανε μεταξυ τους,  να καμαρωνουν εμενα που εκανα ποδηλατο.
ειδα τον εαυτο μου να κανει βολτες στην αυλη κ να γελα ευτυχισμενος. μολις ειχα παρει δωρο απο τους γονεις μου το πρωτο μου ποδηλατο.
ενιωθα ελευθερος, ανεξαρτητος. ενιωθα τον αερα να με κτυπα στο προσωπο καθως εκανα βολτες.
ενιωθα ευτυχισμενος.

κοιτουσα τους γονεις μου, κοιτουσα τον εαυτο μου. δε πιστευα οτι υπηρχε τοση ευτυχια τοτε.
ηξερα οτι αυτη η ευτυχια, θα σταματουσε αποτομα. ηξερα οτι πανω στη χαρα μου θα περνουσα το δρομο. οτι δε θα εβλεπα το αυτοκινητο που ερχοταν.
οτι απο τοτε, θα εμενα για παντα στο αναπηρικο καροτσακι.

κ τωρα, μπορουσα να το σταματησω αυτο. να μη γινει ποτέ. να σβησω ολες τις μετεπειτα λυπες. να ζησω φυσιολογικα.
να αποφυγω τους γιατρους, τα νοσοκομεια. να αποφυγω τα χειρουργεια, κ πιο πολυ, να αποφυγω τη φραση του γιατρου που με στοιχειωνε απο τοτε:
"λυπαμαι, ο γιος σας, δε προκειται να περπατησει ποτέ"

δεν ειχα, παρά να κανω μία ευχη, να μη στριψω αποτομα κ βγω στο δρομο. κ ολα θα κυλουσαν φυσιολογικα.

ποσο κοστιζει μία ευχη? οσο τιποτα, κ οσο τα παντα. το ηξερα, κ τωρα μπορουσα να τη πραγματοποιησω.
μπορουσα, μου ηταν ευκολο, πολυ ευκολο, το ηθελα. το ηθελα τοσο πολυ!
μια φραση θα ψιθυριζα, μια φραση μονο!
μια φραση με χωριζε απο αυτο που ηθελα παντα!

ανοιξα παλι τα ματια μου. η μορφη του γεροντα ηταν μπροστα μου.
τον κοιταξα για λιγο, κ του απαντησα:

"δε θελω τιποτα! δε θελω τιποτα!"

αυτη τη φραση ξεστομισα.

η μορφη του γεροντα χαθηκε ξαφνικα, οπως ξαφνικα ειχε εμφανιστει μπροστα μου.
εγω, συνεχισα να προχωρω με το αναπηρικο μου καροτσι αναμεσα στους περαστικους, αναμεσα στα αυτοκινητα...