Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

"ησωρύατΣ"

προχωρουσα αναμεσα στο πληθος. σιγα σιγα, μα προχωρουσα. ο κοσμος με επευφημουσε. ολοι φωναζαν το ονομα μου. ημουν ο κεντρικος ηρωας, ο πρωταγωνιστης στη παρασταση που διαλεξα.
προχωρουσα για να παιξω τη τελευταια σκηνη της κωμωδιας. ολοι αυτο περιμεναν! το μεγαλο φιναλε! κ εγω, επρεπε να τους δικαιωσω! επρεπε να φανω ανταξιος των προσδοκιων τους! ημουν ο πρωταγωνιστης αλλωστε.

σε λιγο θα ανεβαινα στη σκηνη, κ το αγχος μου (παροτι ηξερα το αποτελεσμα) ηταν μεγαλο. η ενταση του κοσμου, γινοταν αφορητη πιεση για εμενα. προσπαθουσα να μην ακουω τις φωνες τους. να μη βλεπω οσους προσπαθουσαν να περασουν απο τους αστυνομους για να με αγγιξουν, για να με φιλησουν.

αναμεσα στο πληθος, διεκρινα ενα τυπο. κοντα σαραντα χρονων θα ηταν. ειχε πολυ κοντο μαλλι, κ μουσι. μου εκανε αμεσως εντυπωση. οχι τοσο για την εμφανιση του, απλά ηξερα (πιστευα) οτι αυτος δεν επρεπε να ειναι εδω. μια παραφωνια μεσα στο περιβαλλον ηταν. για καποιο λογο που δε μπορουσα να εξηγησω ομως, ηταν εδω! μαζι με το πληθος! μονο που στα μάτια του δεν εβλεπα αγαπη, μονο που στη φωνη του, δεν ακουγα τα λογια που ελεγαν οι αλλοι. με κοιτουσε, αλλά η ματιά του, μου ελεγε πολλα. παρα πολλα! κ ομως, ηταν εδω! μαζι με το πληθος! καποιο λαθος πρεπει να ειχα κανει για να ειναι αυτος ο αγνωστος εδω. καποιο λαθος.

τον παρακολουθουσα καθως σε λιγο θα ανεβαινα στη σκηνη. προχωρουσε απο αποσταση μαζι με εμενα. εγω, που κ που, σταματουσα για λιγο απο τη συγκινηση που εβλεπα το κοσμο να φωναζει το ονομα μου, οχι για πολυ, αφου ολοι με προετρεπαν να συνεχισω! αυτο μου εδινε δυναμη, ασχετα αν δε με χαροποιουσε καθολου. αλλά δε μπορουσα να μη κανω εστω αυτες τις ελαχιστες στασεις. περα απο τη συγκινηση που ο κοσμος με λατρευε, κ ηθελε να με αγγιξει, ειχα να αντιμετωπισω ενα πονο στο δεξι μου ωμο. αυτα τα ελαχιστα δεπτερολεπτα ξεκουρασης, τα ειχα μεγαλη αναγκη. ειδικα τωρα.

η μεγαλη ωρα εφτασε! επιτελους, ημουν πανω στη σκηνη!

το πληθος φωναζε! ο οχλος, εκστασιασμενος φωναζε! τους εβλεπα απο ψηλα, εβλεπα την αγαπη στα μάτια τους, τη καλοσυνη τους! πως μπορει ο ανθρωπος να ειναι τοσο καλος? ποσο ευκολο ειναι? ποιο λαθος εχω κανει κ δε το καταλαβα?
αναμεσα στο πληθος, διεκρινα παλι το αυτο το τυπο! παλι σιωπηλος με κοιτουσε, με αυτο το παραξενο βλεμμα! γιατι ειναι αυτος εδω? τι θελει απο εμενα? σκεφτομουν.
προσπαθησα να μη τον κοιτω, να μη με αγχωνει η παρουσια του. ασυναισθητα, προσεξα αναμεσα στο πληθος, τους λιγοστους φιλους που ειχα. χαρηκα! χαρηκα πολυ! η παρουσια τους μου εδωσε κουραγιο! αισθανθηκα οικεία βλεπωντας τους απο κατω. αισθανθηκα βεβαια κ μια θλιψη. εβλεπα στα μάτια τους, πως τους ειχα προδωσει κατα καποιο τροπο. αλλά τη συνειδηση μου την ειχα ησυχη.

ειναι παραξενο ποσο γρηγορα περνα ο χρονος. πολλες φορες, πιστευεις οτι τρεχει απιστευτα, ενω αλλες φορες νιωθεις σα να εχει σταματησει. αυτη την αισθηση ειχα απο τη τελευταια μου παρασταση. οτι ο χρονος, σταματημενος τρεχει...

δε θυμαμαι πολλα απο τη συναυλια. ελαχιστα πραγματα ερχονται στο μυαλό μου.
οπως, το πληθος να φωναζει! να βρισκεται σε εκσταση! εγω, πανω στη σκηνη, με τα χερια απλωμενα κ το κεφαλι ελαφρα κατεβασμενο να τους κοιτω. μονο μια φορα, λιγο πριν το τελος, σηκωσα το κεφαλι μου ψηλα, κ κατι ψιθυρισα.
θυμαμαι εντονα πως φωναζαν το ονομα μου! τα λουλουδια που μου πετουσαν! το κοκκινο ιδρωτα στο προσωπο μου, να κυλαει σε ολο μου το κορμι!
θυμαμαι επισης, εκεινο το τυπο, αμιλητος να με κοιτα. αυτος, που οταν ολοι μου πετουσαν λουλουδια, δεν εκανε τη παραμικρη κινηση! που καθοταν σαν αγαλμα! που η ματιά του, εφτανε μεχρι τα κοκκαλα μου!

μετα το τελος της παραστασης, το εξαντλημενο πληθος αρχισε να αποχωρει, ευχαριστημενο απο το θεαμα που τους εδωσα. πηγαιναν να συνεχισουν τη ζωη τους. τετοια διαλλειματα, σπανε τη ρουτινα της καθημερινοτητας, τους κανουν -εστω κ για λιγο- να νιωθουν ζωντανοι! να νιωθουν ανθρωποι! 
μονο οι λιγοστοι μου φιλοι εμειναν. ηταν εδω, μαζι μου, στο τελευταιο μου ταξιδι! αυτοι, κ ο αγνωστος τυπος, που ποτέ δεν εμαθα ποιος ηταν.