Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

"υονόρΧ υοτ ςολέΤ οτ ιρχέΜ"

σηκωθηκα πρωι πρωι απο το κρεβατι μου, οπως συνηθιζω εδω κ μερες, ή μαλλον χρονια. δε ξερω γιατι μου συμβαινει να ξυπναω παντα χαραματα, αλλά δε νομιζω να με πειραζει. ισως ειναι μια ασχημη συνηθεια, ισως ομως κ οχι.
το καθημερινο μου δρομολογιο ιδιο, χωρις καμία αλλαγη.

μονος, κατευθυνθηκα στο αγαπημενο μου σημειο. αναψα το τελευταιο μου τσιγαρο, κ εκει, αρχισα να ζω αναμεσα στις ζωγραφιες μου, αναμεσα στις σκεψεις μου. μου αρεσε αυτο, ενιωθα μακρυα απο προβληματα, ενιωθα ελευθερος. ηταν βεβαια κ θεμα συνηθειας, αλλά πολλα στη ζωη μας ετσι καταληγουν, σα συνηθεια. απλά, σε εμενα, αυτη η συνηθεια ηταν πολυ ομορφη.
αρχισα να βλεπω τα αγαπημενα μου χρωματα, να ακουω τις αγαπημενες μου μουσικες, να ακουω το γελιο των παιδιων μου καθως επαιζαν στην αυλη. εβλεπα τη γυναικα μου να παιζει με τα παιδια μας! σε λιγο θα ημουν κ εγω μαζι τους! θα παιζαμε ολοι μαζι, σαν ευτυχισμενη οικογενεια!

ολα κυλουσαν ομορφα! ή μαλλον, σχεδον ολα. αν δεν ηταν αυτος ο θορυβος στο κεφαλι μου, που σπανια σταματουσε εστω κ για λιγο, τα πραγματα θα ηταν ομορφοτερα. δε παραπονιεμαι ομως. ο καλος Θεουλης, ειναι γενναιοδωρος μαζι μου. εχω οτι μπορει να ποθησει ενας ανθρωπος! ειμαι ευγνωμων για αυτο! οσο για το θορυβο στο κεφαλι μου, μπροστα στην ευτυχια που ζω, δεν ειναι παρα ενα πταισμα.

δεν ειχα αναψει καλα καλα το τσιγαρο μου, οταν μπροστα μου εφανιστηκε μια κοπελλα. θα ηταν εικοσι χρονων περιπου. με μαυρο, ισιο μακρυ  μαλλι. πολυ ομορφη κοπελλα πραγματι. δε μου εκανε εντυπωση η ομορφια της, οσο οτι μου χαμογελασε κ με χαιρετησε! κατι μου ειπε, αλλά δε μπορεσα να καταλαβω. κ οπως γρηγορα εμφανιστηκε μπροστα μου, τοσο γρηγορα εξαφανιστηκε!
απο την εικονα της, μου εμεινε (περα απο το χαιρετισμο) το βλεμμα της. ειχε κατι το θλιμμενο. το ειχε στα μάτια της. το προσεξα αυτο, το προσεξα σιγουρα. πως μπορει μια τοσο νεα κ ομορφη κοπελλα να εχει θλιψη στο βλεμμα της? τι μπορει να τη βασανιζει?

αρχισα να ζωγραφιζω. παντα ζωγραφιζα προσωπα, κ μαλιστα γυναικεια. σε καθε μου ζωγραφια, φυσουσα απαλα πανω της, κ εκεινη επαιρνε ζωη! αλλοτε χορευε στον αερα πριν χαθει μακρυα, αλλοτε περπατουσε ξυπολυτη πριν χαθει απο τα μάτια μου, αλλοτε γελουσε, ή εκλαιγε. παντα ομως, το τελος της ζωγραφιας μου ηταν μια κοπελλα! μια κοπελλα που χανοταν! ειτε στα συννεφα, ειτε στο τελος του δρομου, ειτε μεσα στη θαλασσα...

μου αρεσε που ζωντανευα τη καθε μου ζωγραφια, ηξερα, οτι μετα απο λιγο θα χαθει. μου αρκουσε παντως, που εστω κ για λιγο με την ανασα μου, της εδινα ζωη!
με το πινελο στο χερι, με τα χερια γεματα χρωματα, ετοιμαζα τωρα μια νεα ζωγραφια. κ, ενω παντα ελεγα να ζωγραφισω κατι νεο, στο τελος το αποτελεσμα ηταν το ιδιο!

πριν προλαβω ομως να σχηματισω το προσωπο που ηθελα, πριν φτασω το τσιγαρο στη μεση του, εμφανιστηκε παλι μια κοπελλα μπροστα μου!
εμοιαζε πολυ με τη κοπελλα που εμφανιστηκε λιγο πριν, μονο που τωρα εδειχνε τριαντα περιπου χρονων. αδερφη της θα ειναι, σκεφτηκα. εμοιαζαν πολυ! η μονη τους διαφορά ηταν στη θλιψη του βλεμματος! αυτη τωρα, ειχε περισσοτερη θλιψη, δε χαμογελουσε καθολου! τα μάτια της ηταν υγρα, ηταν ετοιμη να βαλει τα κλαμματα! την ακουσα κατι να μου λεει, αλλά οσο κ να προσπαθησα, δε καταλαβα τι μου ειπε. την ειδα να φευγει. σιγα σιγα, να φευγει! προσπαθησα να της μιλησω, αλλά δεν ειχα φωνη! προσπαθησα να τρεξω κοντα της, αλλά τα ποδια μου εμειναν ακινητα!

τωρα ημουν ακομα πιο προβληματισμενος! τι ηθελαν αυτες οι δύο (μαλλον αδερφες) απο εμενα? τι ηθελαν απο τη ζωη μου? τι μπορει να ειχε συμβει στη δικη τους ζωη που να εχει σχεση με εμενα?
επιασα παλι το πινελο. εσκισα τη προηγουμενη ζωγραφια, τη πεταξα στο τζακι. δεν ηθελα να τη τελιωσω. φοβηθηκα, χωρις να ξερω το λογο.

αρχισα τωρα να ζωγραφιζω κατι ασχετο, οχι καμια κοπελλα. ηθελα να καθαρισει το μυαλο μου, να σταματησει να κτυπαει τοσο εντονα η καρδια μου! ημουν κουρασμενος, ηθελα απλά να ηρεμισω!
με το τσιγαρο στο στομα, με το καπνο στα πνευμονια μου, εδωσα εντολη στο χερι μου για κατι νεο! κατι εντελως διαφορετικο! εβαλα άλλα χρωματα, πιο εντονα. κοκκινα, γαλαζια, κιτρινα. αφησα το μαυρο χρωμα στην ακρη. ηθελα να δημιουργησω κατι αλλο. το προσπαθησα, ομως παλι ζωγραφιζα με μαυρο χρωμα! παλι ζωγραφιζα γυναικεια μορφη! αμεσως πεταξα κ αυτη τη ζωγραφια στο αναμμενο τζακι. αρχισε να καιγεται, να βγαζει φλογες! δεν ηθελα να δω τις φλογες! μου ηταν δυσκολο! εστρεψα αμεσως το κεφαλι μου αλλου.
τραβηξα τη τελευταια τζουρα απο το τσιγαρο μου. ενιωσα τα χειλη μου να καιγονται.

κ τοτε, ειδα παλι μια γυναικα! ομορφη, σα τις προηγουμενες κ αυτη! μονο που ηταν περιπου σαραντα χρονων! τα μαλλια της ηταν γκριζα, αλλά τα ματια της ελαμπαν! χαμογελουσε! χαμογελουσε σε εμενα! με το χερι της, επιασε το δικο μου! ηταν ζεστή, πολυ ζεστή! μου μιλησε, μου μιλησε κ την ακουσα!

"καλε μου Κ, αγαπη μου, τωρα θα ειμαστε μαζι! μεχρι το τελος του χρονου θα ειμαστε μαζι" μου ειπε!

την αγκαλιασα! αρχισα να τη φιλω στο προσωπο! φυλουσα τα δακρυα της. φυλουσε τα δακρυα μου! καθισαμε αγκαλιασμενοι πολυ ωρα. χανομασταν ο ενας στα μάτια του αλλου. μετα, ανεβηκαμε σιγα σιγα προς τα αστερια...

ο Ν, πηγε στο γραφειο του χαραματα. ενας τυπος κοντα εξηντα χρονων ειναι, με ασπρα μαλλια, κ παιδικο προσωπο. δεν εχει ουτε μία ρυτιδα, πραγμα παραξενο για την ηλικια του, αλλά κ για το επαγγελμα του. πραγμα παραξενο ομως, γιατι ο Ν ειναι ενας ευαισθητος ανθρωπος. ειναι απο τα ατομα, που ξεπερνουν τη σχεση γιατρου-ασθενη, που συνηθως (ασχημο αυτο) τα βιωματα των ασθενων του, τα εχει κατα καποιο τροπο μεσα του. αυτο ομως, δε τον εμποδιζε να ειναι εξαιρετικος γιατρος. μολις μπηκε στο γραφειο του, ακουσε το θορυβο απο το Φαξ. του ειχε ερθει μηνυμα. εκατσε στη καρεκλα του, εβαλε τα γυαλια του κ το διαβασε. αμεσως χλωμιασε. το διαβασε παλι. το μηνυμα ηταν ιδιο βεβαια. εγειρε τη πλατη του στη καρεκλα.

"ωστε αυτο ηταν? ωστε χαθηκε κ η τελευταια μου ελπιδα?" αναρρωτηθηκε. 

σηκωθηκε βιαστικα, κατευθυνθηκε στο δωματιο 30071969. βασικα, το δωματιο ειχε τον αριθμο 7, αλλά ο ασθενης που ηταν μεσα, προσθεσε με μαρκαδορο τους υπολοιπους αριθμους. ηταν η μονη πραξη, η μονη κινηση που ειχε κανει αυτος ο ασθενης τα εικοσι χρονια που βρισκοταν εκει! καμία αλλη! περνουσε ολη του τη μερα, ορθιος μπροστα σε ενα τοιχο. καθοταν σαν αγαλμα, δεν εκανε ουτε μία γκριματσα! ηταν ο μονος ασθενης που δεν ειχε καταφερει ο Ν να γιατρεψει! να τον κανει λιγο καλυτερα! εστω κ λιγο! κ τωρα, επρεπε να παει να του πει το ασχημο νεο! δεν ηξερε πως να του το πει, ηθελε ομως, εστω κ τωρα, να δει μια μικρη αντιδραση. ειχε δοκιμασει ολες τις μεθοδους, αλλά καμία δεν ειχε φερει αποτελεσμα.
επρεπε ομως να του πει τι εγινε! οσο δυσκολο κ να ηταν αυτο! επρεπε να τον ενημερωσει, πως η αγαπημενη του Μ, μολις ειχε πεθανει! η Μ, ηταν η γυναικα του Κ. αυτη που ξεκινησαν μαζι να φτιαξουν τη ζωη τους! αυτη με την οποία ο Κ, εκανε τοσα ονειρα! αυτη, που ενω ο Κ, για καποιο λογο εχασε το μυαλο του, ερχοταν καθε μερα κ τον εβλεπε! καθε μερα του μιλουσε, χωρις ο Κ να της δινει καμία σημασια! αυτη, που δε συνεχισε τη ζωη της, που οχι μονο του σταθηκε, αλλά που ζουσε κ αυτη το δικο της μαρτυριο. κ που τωρα, ειχε πεθανει, ειχε αφησει το Κ μονο του! μονο του σε αυτην εδω τη ψυχιατρικη κλινικη.  μονο του, να κοιταει ολη μερα το τοιχο!
ανοιξε βιαστικα τη πορτα του δωματιου. μπηκε γρηγορα μεσα κ ...κοντοσταθηκε! χλωμιασε, δεν ειπε κουβεντα! τα ματια του κοιτουσαν ψηλα. αρχισε να κλαιει! αρχισε να κλαιει σα μικρο παιδι! μεσα στο δωματιο, το σωμα του Κ, αιωρουταν απο το ταβανι...

ο Ν, εκανε μια ευχη. ευχηθηκε, αναμεσα στα αστερια να ειναι η μορφη του Κ κ της Μ. να ειναι οι μορφες τους παντα αγκαλιασμενες. να χαμογελανε, να χορευουν, σα να μην υπαρχει τελος στη ζωη...


(...αν καποιοι πιστευουν πως οι ευχες δε πραγματοποιουνται, δε πιστευουν στη καρδια τους...)